ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2007 – ΣΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ

….μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Depot…

Στη τελευταία τους συνέντευξη τύπου, μια βδομάδα πριν την έναρξη του 9ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του και η πρόεδρος του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης παρουσίασαν με αριθμούς την ταυτότητα της φετινής διοργάνωσης:

Θα προβληθούν, ανακοίνωσαν, 238 ταινίες από τις οποίες οι 130 προέρχονται από 35 χώρες και 108 από την Ελλάδα. Αυτοί οι αριθμοί σηματοδοτούν μια γιγάντωση της διοργάνωσης που, με τη σειρά της, γεννά πολλά ερωτηματικά αλλά δεν αποτελούν το ουσιαστικό πρόβλημα για έναν θεσμό που σύμφωνα με τους κανονισμούς του στόχο έχει «την προαγωγή του ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα» και τη «διάδοση των ελληνικών ταινιών ντοκιμαντέρ».

Από το πλήθος των 238 ταινιών μόνο οι 35 κάνουν πρεμιέρα στη Θεσσαλονίκη, 13 ξένες και 22 ελληνικές. Ας μείνουμε στις ελληνικές γιατί εδώ εντοπίζεται το πρόβλημα. Αυτές οι 22 ταινίες από την Ελλάδα που κάνουν την πρώτη τους δημόσια προβολή στη Θεσσαλονίκη ουσιαστικά αποτελούν το καινούργιο που έρχεται σε αυτή τη διοργάνωση.

Όλες οι άλλες, χωρίς αυτό να μειώνει την αξία τους, είναι ταινίες που έχουν ήδη βρει το δρόμο προς το κοινό τους, δηλαδή έχουν ήδη προβληθεί σε κάποιο τηλεοπτικό κανάλι – στην συντριπτική πλειοψηφία τους στην ΕΡΤ. Και για τις περισσότερες η ζωή τους έχει τελειώσει μια και έχουν δημιουργηθεί στα περιοριστικά κα εφήμερα πλαίσια μιας τηλεοπτικής εκπομπής. Για ελάχιστες, δυστυχώς, θα υπάρξει μια ευκαιρία προβολής σε κάποιο άλλο φεστιβάλ ή κάποιο κανάλι του εξωτερικού.

Για τις 22 όμως, όλα τώρα αρχίζουν. Και ένα εθνικό φεστιβάλ, σαν αυτό της Θεσσαλονίκης, αποτελεί το εφαλτήριο βήμα για την παραπέρα πορεία τους, ειδικά μάλιστα όταν πρόκειται για ανεξάρτητες παραγωγές.

Αλλά ο θεατής αυτού του Φεστιβάλ που θα θελήσει να δει αυτές τις καινούργιες ταινίες θα σταθεί άτυχος. Όσο κι αν προσπαθήσει να τις εντοπίσει στους ογκώδεις καταλόγους ή στα πολύχρωμα προγράμματα δεν θα τις βρει. Δεν υπάρχει ούτε ένα σημάδι που να τις ξεχωρίζει. Ούτε βέβαια στο πρόγραμμα προβολών υπάρχει μια ζώνη που να προβάλλονται ξεχωριστά.

Είναι χαμένες μέσα στο όγκο των 238 ταινιών που προβάλλονται σε 7 αίθουσες.

Είναι χαμένες, το κυριότερο, μέσα στο βουνό των τηλεοπτικών παραγωγών που παρουσιάζονται ισότιμα σε αυτό το Φεστιβάλ

Κι η απόλυτη σύγχυση: προβάλλονται με μια θαυμαστή μίξη με όλες τις άλλες(επίσημο πρόγραμμα, ελληνικό, ελληνικά και ξένα αφιερώματα κλπ.) λες και το πρόγραμμα προβολών συντάχθηκε με τη χρήση οικιακού μίξερ.

Το αποτέλεσμα είναι ο όγκος των τηλεοπτικών παραγωγών να κυριαρχεί και αυτός, τελικά, να προσδιορίζει την ταυτότητα του Φεστιβάλ. Επί της ουσίας λοιπόν και με αυτή τη μορφή το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης είναι ψευδεπίγραφο γιατί δεν είναι παρά ένα Πανόραμα Τηλεοπτικών Προγραμμάτων.

Και μπορεί ο δύστυχος Σαλονικιός θεατής να αρχίσει να σιγοτραγουδά «Κάτου από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη…», μπορεί οι συχνές ομίχλες της όμορφης πόλης να της προσδίδουν μια ιδιαίτερη γοητεία, αλλά το ελληνικό ντοκιμαντέρ βυθίζεται στο μαύρο σκοτάδι.

Κι εκεί που ένα Φεστιβάλ πρέπει να αποτελεί ένα φάρο, καθώς έχει σαν προορισμό να ξεκαθαρίζει το τοπίο που είναι της αρμοδιότητάς του, μια και αποτελεί κορυφαία πολιτιστική εκδήλωση του χώρου, να προβάλει το νέο και δυναμικό, αυτό που γίνεται στη Θεσσαλονίκη είναι η άρνησή του. Αντί να προσδιορίζεται ως μια ουσιαστική παρέμβαση σε αισθητικό και κοινωνικό επίπεδο καταλήγει στη δημιουργία μιας απίστευτης σύγχυσης τόσο στους δημιουργούς όσο και στην κοινωνία.

Το ψευδεπίγραφο λοιπόν και συγχυσμένο Φεστιβάλ εντείνει τη σύγχυση που υπάρχει στην Ελλάδα γύρω από δυο εντελώς οπτικοακουστικά προϊόντα, το ντοκιμαντέρ και το τηλεοπτικό ρεπορτάζ.

Το πρώτο, προϊόν δημιουργού που δομεί ένα έργο αντλώντας από την ευαισθησία του, επιδιώκοντας ένα ποιητικό αποτέλεσμα και αφιερώνει σε αυτό πάθος και χρόνο να εξισώνεται με το έργο δημοσιογράφου (πιθανόν με καλλιτεχνικές ευαισθησίες) που έρχεται να καταγράψει και να μεταδώσει αυτό που συμβαίνει στον κόσμο μας. Ντοκιμαντέρ που χρειάστηκαν μήνες και χρόνια για να ολοκληρωθούν εξισώνονται με τηλεοπτικά προϊόντα που δημιουργήθηκαν με πολύ συγκεκριμένους περιορισμούς (π.χ. τρεις μέρες γύρισμα, 100 ώρες μοντάζ).

Αποτέλεσμα αυτής της σύγχυσης είναι, τηλεοπτική εκπομπή της ΕΡΤ να προβάλλεται μέσα από τα μέσα ενημέρωσης ότι πήρε βραβείο ντοκιμαντέρ σε Φεστιβάλ στη Γαλλία ενώ στην πραγματικότητα διαγωνίστηκε στην κατηγορία «Μεγάλα ρεπορτάζ». Στην ξεχωριστή και σκόπιμα διακριτή κατηγορία «Δημιουργικού ντοκιμαντέρ», του ιδίου Φεστιβάλ, δεν υπήρχε ελληνική συμμετοχή.

Ο διαχωρισμός των δυο διαφορετικών κατηγοριών που βλέπουμε να γίνεται στο Φεστιβάλ που προαναφέραμε είναι προϊόν μιας πορείας ξεκαθαρίσματος των ειδών όταν μπήκε στη ζωή μας η τηλεόραση. Άλλωστε ο όρος “δημιουργικό ντοκιμαντέρ” δεν είναι αυθαίρετο δημιούργημα άλλα έχει μια ιστορικότητα και δημιουργήθηκε όχι από κάποιον τυχαίο αλλά από την ίδια τη Γαλλική τηλεόραση (όπως το ξεκαθαρίζει ο κορυφαίος έλληνας ντοκιμαντερίστας Ροβήρος Μανθούλης στο εξαιρετικό κείμενό του «Αλήθεια και Κινηματογράφος-Αλήθεια») για να προσδιορίσει το νέο που εισέβαλε στη ζωή μας από ένα μέσο που μιμείται τον κινηματογράφο αλλά δεν είναι.

Επειδή όμως αδυνατούμε να δεχτούμε ότι αυτή η επικίνδυνη, για το μέλλον του ντοκιμαντέρ, σύγχυση καλλιεργείται σκόπιμα από το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, αναζητούμε τις βαθύτερες ρίζες του προβλήματος.

Η κοινωνία μας, δυστυχώς, στο σύνολό της δέχεται στις μέρες μας μια σκληρή επίθεση του ανορθολογισμού. Δεν είναι ο άνθρωπος που μπορεί να ορίσει τη μοίρα του αλλά ανώτερες, ανεξέλεγκτες δυνάμεις. Ο κόσμος δεν έχει παρά να κάθεται στο σαλόνι του σπιτιού του και να παρακολουθεί από την τηλεόραση όσα συμβαίνουν σε μακρινές χώρες, έρμαιο μιας παράφρονης μοίρας.

Απλουστευτικές αντιθετικές έννοιες όπως Ισλάμ – ορθοδοξία, πολιτισμένος κόσμος – καθυστερημένη ανατολή, φανατικοί τρομοκράτες – αθώοι πολίτες, κλπ. είναι το σχήμα ερμηνείας των γεγονότων που προβάλλεται συστηματικά κι αυτό όχι μόνο δεν ξεκαθαρίζει αλλά συγχύζει περισσότερο το ιδεολογικό τοπίο. Οι έννοιες της δημοκρατίας, του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού κλπ. παύουν να έχουν ένα επιστημονικό περιεχόμενο και γίνονται άδειοι σάκοι που γεμίζουν με όποιο περιεχόμενο θέλουν οι ασύδοτοι καπηλευτές.

Αλλά αν η σύγχυση στο ατομικό επίπεδο να είναι ανώδυνη, στο κοινωνικό είναι δράμα. Το αποτέλεσμα είναι ορατό στις εκατόμβες του Ιράκ, του Αφγανιστάν, της Σερβίας κλπ. στα εκατομμύρια θύματα που προκαλεί η πολιτισμένη Δύση στην Αφρική και αλλού.

Στο καλλιτεχνικό επίπεδο η σύγχυση, όταν αγγίζει κορυφαίες πράξεις όπως είναι ένα Φεστιβάλ, είναι εξ ίσου οδυνηρή μια και η τέχνη είναι κοινωνική πράξη και αφορά καλλιτέχνες που είναι κοινωνικά όντα. Κι ένα Φεστιβάλ που δεν είναι Φεστιβάλ δεν είναι απλά μια κοινωνική αστοχία. Μπορεί το οποιοδήποτε χωριουδάκι να καλεί τρία χορευτικά συγκροτήματα και να το ονομάζει Φεστιβάλ Παραδοσιακών Χορών αλλά δεν μπορεί είναι το ίδιο σε ένα εθνικό κινηματογραφικό Φεστιβάλ. Πρέπει να είναι πιστό σε αυτό που η ίδια η ιστορία του θεσμού (Βενετία, Κάννες κλπ) έχει θέσει: ένας χώρος ανάδειξης του νέου, ένας χώρος «σύγκρουσης» καλλιτεχνικών προτάσεων και άμιλλας σε ένα καθαρό τοπίο.

Η καλλιέργεια της σύγχυσης (όσο κι αν ντύνεται με τον μανδύα που προοδευτικού ή μάλλον χειρότερα, όταν ντύνεται με τον μανδύα του προοδευτικού) είναι μια επικίνδυνη και για να ακριβολογούμε, μια αντιδραστική πράξη.

Σε πρακτικό επίπεδο οποιαδήποτε σύγχυση του αφορά μια κορυφαία εκδήλωση του κινηματογραφικού αυτού είδους αποτελεί υπονόμευση του ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα που δεν έχει μόνο αισθητικές αλλά και οικονομικές συνέπειες.

Οι δημιουργοί έχουν «έννομο» συμφέρον να υπερασπίσουν το δημιουργικό τους έργο. Για το λόγο αυτό οι Έλληνες ντοκιμαντερίστες συσπειρώθηκαν στο Δίκτυο Ελληνικού Ντοκιμαντέρ βάζοντας μπροστά όλα τα ζητήματα που αφορούν το ντοκιμαντέρ (θεωρητικά και πρακτικά)σε μια προσπάθεια να επιβιώσουν όχι μόνο καλλιτεχνικά. Το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης πρέπει να γίνει Φεστιβάλ.

ΝΙΚΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ Συνέχεια …

Δεν πρόλαβε να στεγνώσει το μελάνι (όπως λέγαμε οι παλιοί) από το προηγούμενο κείμενό μου για την άτυπη μετατροπή του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης σε Πανόραμα Τηλεοπτικών Προγραμμάτων κι άρχισε ο «χορός» της επιβεβαίωσης μέσα από δημοσιεύματα του τύπου.

Σε άρθρο της Απογευματινής της 12 Μαρτίου με τον προσχηματικό τίτλο «Η μεγάλη γιορτή του ντοκιμαντέρ» προβάλλεται με ιδιαίτερα υμνητικά λόγια η παρουσία των ιδιωτικών καναλιών Mega και Nova στη Θεσσαλονίκη.

Τα ρεπορτάζ του Mega εμφανίζονται μάλιστα να κατατροπώνουν καμιά εκατοστή έλληνες επαγγελματίες ντοκιμαντερίστες και καμιά χιλιάδα ξένους! Κάτι σαν τους 300 απέναντι στους Πέρσες. Το άρθρο αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Ο «Κόκκινος κόσμος» του Κονγκό (από τη σειρά Εμπόλεμη Ζώνη) επιλέχθηκε ανάμεσα σε 108 συμμετοχές Ελλήνων δημιουργών – συνολικά οι αιτήσεις από την Ελλάδα και το εξωτερικό έφτασαν τις 1.000 περίπου – και είναι μία από τις μόλις 11 διαγωνιζόμενες».

Η δημοσιογράφος, από το βάθρο της άγνοιας ή της σκόπιμης παραπληροφόρησης, απτόητη, συνεχίζει «Το ντοκιμαντέρ αυτό εντάσσεται στο Επίσημο Πρόγραμμα του Φεστιβάλ, που έχει διαγωνιστικό χαρακτήρα, γεγονός που αποτελεί ιδιαίτερη τιμητική διάκριση για τη σειρά ντοκιμαντέρ «Εμπόλεμη ζώνη».

Σύμφωνα με τους κανονισμούς του το Φεστιβάλ δεν είναι διαγωνιστικό. Εκτός κι αν συνέβη κι αυτό χωρίς να το αντιληφθούμε όπως για παράδειγμα, φέτος, εξαφανίστηκε μυστηριωδώς από τους κανονισμούς ο όρος που απόκλειε από το Φεστιβάλ τα δραματοποιημένα ντοκιμαντέρ – σημείο φετίχ του καλλιτεχνικού διευθυντή του!

Στο ίδιο κλίμα με το άρθρο της Απογευματινής και ένα άρθρο του Βήματος (13 Μαρτίου) το οποίο όμως επικεντρώνεται μόνο στην παρουσία του Mega. Πανομοιότυπη έκφραση υπερβολής (με τη μέθοδο του copy-paste) για το ρεπορτάζ της «Εμπόλεμης ζώνης» το οποίο «επιλέχθηκε μεταξύ 108 συμμετοχών ελλήνων δημιουργών», με την πρόσθετη επισήμανση ότι «είναι η πρώτη φορά που μια παραγωγή της εγχώριας ιδιωτικής τηλεόρασης εντάσσεται στο επίσημο πρόγραμμα του Φεστιβάλ».

Μετά από όλα αυτά υιοθετώ την πρόταση μελών του Δικτύου Ελληνικού Ντοκιμαντέρ για την παρουσίαση, στην επόμενη διοργάνωση του Φεστιβάλ, ενός αφιερώματος στα ρεπορτάζ του συμπαθέστατου Ηλία Μαμαλάκη. Τουλάχιστον θα έχουμε την ελπίδα να γευτούμε κανένα νόστιμο φαγητό.

Πέρα όμως από το φαιδρό της ιστορίας υπάρχει κάτι ουσιαστικό: πριμοδοτούνται, αναβαθμίζονται και διαφημίζονται, με κρατικά χρήματα, τα ιδιωτικά κανάλια, αυτά ακριβώς που παρανομούν μην αποδίδοντας στον ελληνικό κινηματογράφο το 1,5%!!!

ΝΙΚΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s