ΚΟΥΡΣΑΛ, Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΛΩΤΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Η παραλία της Θεσσαλονίκης. Κάπου εδώ μπροστά ήταν αραγμένο το ΚΟΥΡΣΑΛ

Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στο ένθετο «Κινηματογραφική Λέσχη» της Κυριακάτικης Αυγής, 12 Αυγούστου 2012 με τίτλο «Ο ΠΙΟ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΣ ΘΕΡΙΝΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΤΟΥ 1925». Πρόκειται για την πιο πλήρη αναφορά στο «Κουρσάλ» που περιλαμβάνει και τις πολιτικές διαστάσεις που πήρε ο άμοιρος κινηματογράφος.

Όταν 87 χρόνια πριν, στην παραλία της Θεσσαλονίκης, εμφανίστηκε ο πιο πρωτότυπος θερινός κινηματογράφος στον κόσμο, ο πρώτος πλωτός, ούτε τους περαστικούς παραξένεψε, ούτε πρωτοσέλιδο έγινε. Πέρασε στα ψιλά κι αργότερα ξεχάστηκε. Έσβησε ακόμη και τ όνομά του!

Απ την άλλη, μια εφήμερη σύγχρονη απομίμησή του στο κινηματογραφικό φεστιβάλ «Film on the Rocks» στην Ταϊλάνδη (Απρίλης 2012), έγινε είδηση μεγάλη. «Πρόκειται για τον πρώτο πλωτό κινηματογράφο», έγραψαν όλοι, ακόμη και στην Ελλάδα. Ταλαίπωρη Ιστορία!

Η εμφάνιση του «Κουρσάλ» το 1925, αυτό ήταν το όνομά του θεσσαλονικιώτικου πλωτού κινηματογράφου, δεν εντυπωσίασε κανέναν γιατί ήταν απλά ένας νεωτερισμός ανάμεσα σε πολλούς άλλους. Σε μια εποχή που αντάριαζε. Σε μια πόλη που άλλαζε βίαια τη κοινωνική της σύνθεση, υποδεχόμενη χιλιάδες έλληνες μικρασιάτες πρόσφυγες, διώχνοντας αντίστοιχα τους τούρκους και εβραίους ντονμέδες πολίτες της. Ανταλλαγή πληθυσμών, το ονόμασαν.

Ήταν η εποχή που σινεμάδες στήνονταν όπου προσφέρονταν, από επιτήδειους επιχειρηματίες, για να καλύψουν τις ανάγκες του πληθυσμού για ένα φτηνό και εντυπωσιακό θέαμα. Έτσι το Γενή Χαμάμ έγινε ο κινηματογράφος «Αίγλη» κι αργότερα το τζαμί Χαμζά Μπέη στο «Αλκαζάρ».   Με την ίδια λογική κουβαλήθηκε δίπλα στο Λευκό Πύργο μια παροπλισμένη μαούνα κι έγινε σινεμά προσφέροντας ίσως την πιο δροσερή, τους ζεστούς μήνες του καλοκαιριού, διασκέδαση στην πόλη.

Από μια μικρή διαφήμιση που εμφανίστηκε στις εφημερίδες μαθαίνουμε ότι ο πλωτός κινηματογράφος εκτός από ταινίες πρόσφερε και φαγητό και το μενού του περιλάμβανε φρέσκα ψάρια αλλά και κρύα πιάτα συνοδευόμενα από παγωμένη μπύρα και άλλα ποτά και αναψυκτικά. Ομολογουμένως εξαιρετική απόλαυση στα νερά του Θερμαϊκού.

Αν κρίνουμε από μικρά σχόλια που εμφανίστηκαν στις εφημερίδες το μπαρ του κινηματογράφου, που βρισκόταν στο αμπάρι, πρέπει να ήταν η πιο μεγάλη ατραξιόν προσφέροντας στους θαμώνες του «κουνήματα», συμπληρωματικά στα κουνήματα της θάλασσας. Περισσότερες λεπτομέρειες δεν υπάρχουν.

Διαφημιστική καταχώρηση στην εφημερίδα «Μακεδονία».

Και όλα αυτά παρουσιάζονταν, όπως έλεγε η διαφήμιση, ως «πρωτοφανής αμερικανισμός», αν και ποτέ κάτι ανάλογο δεν εμφανίστηκε στην Αμερική. Μόνο τα drive in που ήταν κάτι πολύ διαφορετικό.

Ένα ρεπορτάζ του ανταποκριτή του περιοδικού «Κινηματογραφικός Αστήρ», που εκδίδονταν στην Αθήνα, μας δίνει μια πληρέστερη εικόνα του πλωτού κινηματογράφου:

«Κουρσάλ. Κάθε βράδυ, συγκεντρώνει αρκετόν πλήθος κόσμου, που ζητεί να βρή λίγη δροσιά στον πρωτότυπον αυτόν πλωτόν κινηματογράφο. Και είνε αλήθεια απόλαυσις να περνά κανείς την ώρα του στο πρωτότυπο αυτό κέντρον, προ παντός ότι λικνίζεται από ελαφρά κύματα»

Ο Κ. Τομανάς, στο βιβλίο του «Οι κινηματογράφοι της Παλιάς Θεσσαλονίκης», στηριγμένος προφανώς σε προφορικές μαρτυρίες που με το πέρασμα του χρόνου αλλοίωσαν το όνομα κινηματογράφου κι από Κουρσάλ το έκαναν Τζερουσαλέμε, για να ηχεί πιο εβραϊκό και το αναβάθμισαν από μαούνα σε ιστιοφόρο, δίνει αυτή την περιγραφή:

«Μια φαρδιά σανίδα με κάγκελα εκατέρωθεν, οδηγούσε από το μουράγιο στο κατάστρωμα, όπου είχαν τοποθετηθεί τα καθίσματα και η οθόνη, ένα μεγάλο λευκό καραβόπανο, που κυμάτιζε σαν σημαία στο βραδινό αεράκι, με αποτέλεσμα οι εικόνες να μην είναι και τόσο καθαρές.

Οι ταινίες που έπαιζε το πλωτό αυτό σινεμά ήταν δευτέρας προβολής, αυτό όμως δεν ενδιέφερε και τόσο τον κόσμο, που πήγαινε εκεί για ν’ απολαύσει τον δροσερό μπάτη πίνοντας την γκαζόζα, το σινάλκο ή τη γρανίτα του.

Μόνιμη πελατεία του σινέ GERUSALEME ήταν οι εβραϊκές οικογένειες που έμεναν στον Δεύτερο μώλο, τη σημερινή οδό Προξένου Κορομηλά, και στην οδό Μητροπόλεως. Τα καλοκαιρινά βράδια έφευγαν από τα σπίτια τους, σωστά καμίνια, και πήγαιναν στη θάλασσα για να δροσιστούν.»

Και πήγαιναν όλα καλά μέχρις ότου εμφανίστηκε στις 23 Αυγούστου 1925 μια πρωτοσέλιδη επίθεση από την εφημερίδα «Μακεδονία». Σε άρθρο με τίτλο «ΚΟΥΡΣΑΛ: Η ΠΑΡΔΑΛΗ ΜΑΟΥΝΑ» ο υπογράφων Κ.Δ. Καραβίδας δεν αρκείται στον χαρακτηρισμό της ως «εξάμβλωμα» αλλά υποστηρίζει ότι «ο πλέον καθυστερημένος δήμαρχος της εσχάτης των πόλεων της πενιχροτέρας αισθητικής, θα εθεώρει ως πρώτον καθήκον του  την πυρπόλησιν της μαούνας, εξορίας δε ψήφισμα θα εζητείτο δια πάντα  όστις θα εύρισκε δάκρυα επί της αφανιζομένης ωραιότητος.»

Η πρώτη σκέψη είναι ότι ο κ. Καραβίδας, που ασχολείται και με την ποίηση, δεν κάνει άλλο παρά να συντάσσεται με το σύνολο σχεδόν των μελών της «ιντιλιγγέντσιας» της εποχής οι οποίοι αν και παρακολουθούσαν κινηματογράφο θεωρούσαν την τέχνη του κινηματογράφου «σαν κάτι το κατώτερο», όπως επισημαίνει ο Νικόλας Κάλας το 1931.

Η απάντηση στο άρθρο του Κ. Καραβίδα, που έρχεται την επόμενη κιόλας μέρα από τον Κ. Σνωκ, αλλά κι ανταπάντηση του πρώτου λίγο αργότερα, φανερώνουν ότι κάτι βαθύτερο υποβόσκει. Άλλωστε ο Κ. Σνωκ δεν έχει διαφορετική γνώμη για το «Κουρσάλ». Αλλά ενοχλείται σφόδρα από το γεγονός ότι ο αρθρογράφος υποτιμά το πολιτιστικό επίπεδο των Ελλήνων Μακεδόνων, αφού δεν αντιδρούν στην παρουσία του «Κουρσάλ»,  και του δηλώνει ότι «αντί να ειρωνεύηται την οπισθοδρώμησιν αυτήν, θα ώφειλε να κλαίη επί των αιτίων της».

Στη απάντησή του ο Κ. Καραβίδας, αφού δίνει τη δική του εκδοχή για ιδανικό τύπο του Έλληνος Μακεδόνος βάσει του οποίου πρέπει να διαμορφώσουν του παλιούς και νέους κατοίκους της περιοχής, αφήνει πολλά υπονοούμενα για την όχι και τόσο έντιμη διαχείριση την περίοδο που ο Κ. Σνώκ κατείχε δημόσια αξιώματα είτε ως διευθυντής του επικοιστικού γραφείου Εδέσσης ή ως υποδιοικητής Χαλκιδικής αλλά και μια αόριστη αναφορά σε ζητήματα που συζητούν ιδιωτικά και δεν έπρεπε να δημοσιοποιούνται.

Και οι δυο έχουν διατελέσει μέλη του κρατικού μηχανισμού που αγωνίζεται να «ελληνοποιήσει» τα νέα εδάφη με την έντονη πολυεθνική  σύνθεση. Ο Κ. Σνωκ εξελίχθηκε σε υμνητή του γερμανικού φασισμού.

Αλλά έρχεται το τέλος του καλοκαιριού και μαζί το τέλος του «Κουρσάλ». Ο ανταποκριτής του «Κινηματογραφικού Αστέρα» τηλεγραφεί: «Το Κουρσάλ, ο περίφημος πλωτός Κινηματογράφος έλαβε πάλιν την μορφήν παληομαούνας και κατέλαβε την προτέραν του θέσιν μεταξύ των ρημαγμένων καραβιών».  Σύμφωνα με ένα μεταγενέστερο δημοσίευμα της «Μακεδονίας» (27/8) ο πλωτός κινηματογράφος ως απλή μαούνα πλέον, θα μεταφερθεί στην Παλαιστίνη για να χρησιμεύσει σαν πλωτή σχολή Δοκίμων!

Και μπορεί το  «Κουρσάλ» να χάθηκε οριστικά αλλά φαίνεται ότι έμεινε στη μνήμη των ανθρώπων γι αρκετό ακόμα. Έτσι, όταν έφτασε από τη Βιέννη, ένα χρόνο αργότερα, η πληροφορία ότι ένα ποταμόπλοιο μετασκευάστηκε σε καφενείο-εστιατόριο, η «Μακεδονία» σχολίασε:  «Δηλαδή θα είναι κάτι ανάλογον προς την περίφημον μαούναν «Κουρσάλ» την οποίαν ετορπίλισεν ο καλός μας φίλος  κ. Κώστας Καραβίδας

Για την ιστορία να πούμε ότι ένας θερινός με το όνομα «Κουρσάλ» εμφανίστηκε το 1925 και στην Αθήνα. Δεν ήταν φυσικά πλωτός αλλά σταθερός, στη γωνία Μεγάλου Αλεξάνδρου και Ιεράς οδού. Εκεί που για χρόνια λειτούργησε το θερινό «Λαίς» και τώρα στεγάζεται η Ταινιοθήκη της Ελλάδος!

ΝΙΚΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ

2 responses to “ΚΟΥΡΣΑΛ, Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΛΩΤΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

  1. Παράθεμα: Το “Κουρσάλ” επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη. | NIKOS THEODOSIOU·

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s