Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΤΟΥ «ΔΕΚΕΜΒΡΗ»

Foivos005

Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φοιρά στο κινηματογραφικό πόρταλ sevenart στις 7 Ιανουαρίου 2013. Τότε εμφανίστηκαν 7 (εφτά)  «σταλινικοί» και σήκωσαν πολύ σκόνη. Έγραψαν ότι είναι ένα άρθρο φασιστικής έμπνευσης επειδή περιλάμβανε μια μικρή αναφορά στη δράση της ΟΠΛΑ το Δεκέμβρη του 44. Το άρθρο δεν ασχολείται με όλα όσα έκανε η μυστική αστυνομία του ΚΚΕ στο Περιστέρι αλλά μόνο με όσα συνέβησαν στον κινηματογράφο ΦΟΙΒΟ. Μάλιστα ένας από τους στόχους του κειμένου ήταν να τεκμηριώσει (μέσα από μαρτυρίες) ότι στο χώρο του κινηματογράφου δεν έγιναν εκτελέσεις ενάντια στην περί του αντιθέτου φιλολογία της δεξιάς.
Φαίνεται όμως οι άνθρωποι όχι μόνο δεν καταλαβαίνουν τα δικά μου κείμενα αλλά ούτε του κόμματός τους – αν ανήκουν στο ΚΚΕ. Γιατί τα επίσημα όργανά του έχουν καταδικάσει τη σύλληψη ομήρων. Εκτός αν άλαξε πάλι  θέση και δεν το πήρα είδηση.
Πέραν αυτών προκαλεί ανατριχίλα το γεγονός ότι υπάρχουν σήμερα άνθρωποι που χυδαία απαξιώνουν καταξιωμένους λογοτέχνες όπως ο Εμπειρίκος ή ο Κουμανταρέας και υμνούν δολοφονίες πολιτικών αντιπάλων, κυρίως τροτσκιστές (γιατί Γερμμανούς δεν εκτελούσε η ΟΠΛΑ). Και επιμένουν ότι η ιστορία πρέπει να έχει λευκές σελίδες… για να λέει ο καθένας ότι θέλει!
Αυτό είναι το κείμενο.

Σινέ Φοίβος, η κρυμμένη ιστορία του Δεκέμβρη 1944

Για τους νεώτερους η λέξη “Δεκεμβριανά” παραπέμπει στο Δεκέμβρη του 2008 και τις ταραχές που ακολούθησαν τη δολοφονία του 15χρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου από ένοπλους αστυνομικούς. Μέχρι τότε “Δεκεμβριανά” ήταν οι ταραγμένες μέρες του Δεκέμβρη του 1944. Τις μέρες  των ένοπλων συγκρούσεων στους  δρόμους της Αθήνας. Τις μέρες που, όπως ήταν φυσικό,  κανένας κινηματογράφος δεν λειτουργούσε αλλά ένας συνδέθηκε τραγικά μαζί τους: Ο “Φοίβος” στο Περιστέρι.

Δεκαετίες  τώρα ο κινηματογράφος δεσπόζει στην κεντρική πλατεία της παλιάς προσφυγούπολης και μαζί με την εκκλησία της Ευαγγελίστριας και τα μαγαζιά της παλιάς αγοράς αποτελούν ίσως τα πιο εμβληματικά χτίσματα της  πόλης. Από την αίθουσα του  συνεχίζουν περνούν εκατοντάδες χιλιάδες Περιστεριώτες  αναζητώντας τη φυγή από την καθημερινότητα.

Κανείς όμως από τους σημερινούς θεατές δεν γνωρίζει ότι ο «Φοίβος» έχει ίσως την πιο συγκλονιστική ιστορία από όλους τους κινηματογράφους στην Ελλάδα, και αναμφισβήτητα  την πιο δραματική.  Αυτήν που βίωσαν στο υπόγειό του, τις σκοτεινές μέρες  εκείνου του Δεκέμβρη, ως αιχμάλωτοι της  διαβόητης ΟΠΛΑ, της μυστικής αστυνομίας του ΚΚΕ, εκατοντάδες πολίτες κι ανάμεσά τους ο μεγάλος  ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος κι ο γνωστός λογοτέχνης Μένης Κουμανταρέας.

Βέβαια ο κινηματογράφος ήταν θερινός και ήταν αδύνατο να διαθέτει υπόγειο. Ο υπόγειος χώρος ανήκε στην πραγματικότητα στο παντοπωλείο των αδελφών Κώστα και Παντελή  Παπάζογλου που χτίστηκε το 1935. Μονόροφο κτίριο αλλά επιβλητικό ήταν το μεγαλύτερο κτίσμα στην παραγκούπολη. Η υπόγεια αίθουσα χρησίμευε κυρίως για αποθήκη αλλά χρησιμοποιούνταν συχνά για παραστάσεις καραγκιόζη και κουκλοθέατρου.

Το παντοπωλείο των Παπάζογλου

Το παντοπωλείο των Παπάζογλου

Προφανώς η επιτυχία αυτών των θεαμάτων έδωσε την ιδέα στα δυο αδέλφια να επεκτείνουν τις δραστηριότητες και στο χώρο του  κινηματογράφου που κατακτούσε ολοένα και περισσότερο τους Αθηναίους. Έτσι λοιπόν δυο χρόνια μετά την οικοδόμηση του παντοπωλείου, το 1937, στο ελεύθερο χώρο  πίσω  από το παντοπωλείο έστησαν έναν  θερινό κινηματογράφο και του έδωσαν το όνομα «Φοίβος». Ο χειμερινός  με το ίδιο όνομα που υπάρχει και σήμερα,  χτίστηκε ακριβώς δίπλα το 1953. Ο θερινός δεν υπάρχει πλέον ούτε το παντοπωλείο των Παπάζογλου.

Η πρώτη αναφορά στον κινηματογράφο “Φοίβο”, για κάποια άλλη χρήση πέραν των κινηματογραφικών προβολών, γίνεται  στον Αθηναϊκό τύπο στις 31 Δεκεμβρίου του 1944.

Έχει προηγηθεί ο σκληρός μήνας μαχών στην Αθήνα ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και τον κυβερνητικό και αγγλικό στρατό. Οι μάχες ξεκίνησαν στις ανατολικές συνοικίες της Αθήνας και οι ηγεσίες του ΚΚΕ και του ΕΛΑΣ έστησαν το επιτελείο τους στην πιο απομακρυσμένη από το μέτωπο των συγκρούσεων περιοχή του Περιστερίου. Εδώ είχε την έδρα της  και η ΟΠΛΑ.

Η άνιση αναμέτρηση με τον αγγλικό στρατό οδηγούσε τους αντάρτες του ΕΛΑΣ σε διαρκή σύμπτυξη των δυνάμεων τους  προς το Περιστέρι,  στο δρόμο διαφυγής προς Ασπρόπυργο, Θήβα..

Για να κάμψουν την αντίσταση των Ελασιτών οι κυβερνητικές δυνάμεις προχώρησαν στο αποτρόπαιο μέτρο της ομηρίας  όπου χιλιάδες πολίτες  συλλαμβάνονταν και με τη βοήθεια των Άγγλων μεταφέρονταν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης  στη Μέση Ανατολή! Στο ίδιο μέτρο, ως αντίποινα,  καταφεύγει τις τελευταίες μέρες του Δεκέμβρη και η ηγεσία του ΚΚΕ. Ως δικό της στρατόπεδο ορίζεται ο κινηματογράφος “Φοίβος”!

ΚΙ από εδώ ξεκινάει η τραγική ιστορία του ταπεινού συνοικιακού  κινηματογράφου που μέχρι τώρα παραμένει στο σκοτάδι. Πολύ λίγα γράφτηκαν, κυρίως από τους νικητές. Ψέμματα και αλήθειες  μπερδεύονται σε ένα κουβάρι  που η ιστορία δεν έχει ακόμα ξετυλίξει. Αυτή είναι μια πρώτη προσπάθεια να παρατεθούν όλα τα στοιχεία του δράματος, αυτά τουλάχιστον που έχουν έρθει στο φως μέχρι τώρα. Και περιοριζόμαστε μόνο σε ότι αφορά το “Φοίβο” και δεν επεκτεινόμαστε στο ζήτημα των ομήρων των μαχών και των μαζικών εκτελέσεων.

Ο ΦΟΙΒΟΣ ΩΣ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ

Στις 31 Δεκεμβρίου λοιπόν  στην  εφημερίδα της δεξιάς «Η Ελλάς» γίνεται για πρώτη φορά αναφορά στον κινηματογράφο «Φοίβο».  Πιο συγκεκριμένα η εφημερίδα δημοσιεύει τη μαρτυρία δυο ομήρων, ενός άντρα , που κατάφερε να δραπετεύσει κατά τη διάρκεια της μεταφοράς των ομήρων του ΕΛΑΣ  από το Περιστέρι προς τη Θήβα και μιας γυναίκας που λιποθύμησε και την άφησαν στο δρόμο.

Ο πρώτος περιγράφει με μελανά χρώματα τις συνθήκες της κράτησής στο υπόγειο του «Φοίβου», την διαδικασία της επιλογής των ομήρων. Αλλά δεν κάνει καμιά αναφορά σε εκτελέσεις ομήρων στο “Φοίβο” ή στο Περιστέρι ευρύτερα. Η σχετική φιλολογία γύρω από τις μαζικές εκτελέσεις θα  αναπτυχθεί  από τις 15 Ιανουαρίου 1945 και μετά.

Από τότε και μετά οι εφημερίδες της δεξιάς και για μήνες ολάκερους πλημμυρίζουν από δημοσιεύματα κάθε είδους για τις τραγικές ώρες που πέρασαν οι όμηροι στο Περιστέρι, την κράτησή τους στον “Φοίβο”, τις συνοπτικές δίκες, τις εκτελέσεις, τη μαρτυρική πορεία προς τη Θήβα κλπ. Οι μαρτυρίες  των ομήρων συνοδεύονται από τις καθημερινές πληροφορίες για ανεύρεση εκτελεσμένων σε πρόχειρους τάφους και  πηγάδια κι έτσι το αποτέλεσμα των εντυπώσεων είναι πιο ισχυρό. Όλα φαντάζουν σαν μια καλά ενορχηστρωμένη εκστρατεία ενάντια στους ηττημένους.

Η καμπάνια κορυφώνεται με τη φριχτή έκθεση εκατοντάδων διαμελισμένων πτωμάτων στο νεκροταφείο του Αγίου Βασιλείου στο Περιστέρι και την πομπώδη εμφάνιση στις 24 Ιανουαρίου  1945 της αντιπροσωπείας των Εργατικών Συνδικάτων της Βρετανίας  με επικεφαλής τον Sir Walter Citrine . Ο Σιτρίν, που  διετέλεσε ανώτερο στέλεχος και Γενικός Γραμματέας των Βρετανικών Συνδικάτων (TUC) από το 1926 ως το 1946, διαπιστώνει «ιδίοις όμμασι» τα εγκλήματα του ΕΛΑΣ! Η αντιπροσωπεία του TUC συνοδεύεται από δημοσιογράφους και κάμερες και οι περιγραφές κι οι φωτογραφίες αυτής της οργανωμένης φρίκης ταξιδεύουν παντού.

Οι εφημερίδες του ΚΚΕ, “Ριζοσπάστης” και “Ελεύθερη Ελλάδα”, απαντούν με πληροφορίες για σκοτωμένους από βομβαρδισμούς ή πτώματα από νοσοκομεία και νεκροτομεία που μεταφέρθηκαν στο Περιστέρι για να εμφανιστούν σαν δολοφονημένοι από τον ΕΛΑΣ.

Χώρος κράτησης ομήρων στο Περιστέρι φαίνεται ότι δεν ήταν μόνο ο “Φοίβος” .  Σε μια συνολική αφήγηση  όσων συνέβησαν  στο Περιστέρι τις μέρες του Δεκέμβρη  που δημοσιεύει η “Βραδυνή”  («Περιστέρι: Κόλασις του Δάντε». 22 Απριλίου 1948) αναφέρεται ότι οι χώροι κράτησης ήταν πέντε: Ο κινηματογράφος “Φοίβος”, η εκκλησία της Ευαγγελίστριας, ο κινηματογράφος “Δελφοί”, η Πολιτοφυλακή που είχε την έδρα της στο Δημαρχείο και η περιοχή «Πεύκα του Βέρδη» όπου λέγεται ότι ήταν «φυλακή προσωπικοτήτων». Κάποια δωμάτια του κτιρίου του λιγνιτωρυχείου χρησιμοποιούνταν επίσης ως κρατητήρια.

Ειδικά για τον “Φοίβο” ως χώροι κράτησης αναφέρονται τόσο η πλατεία του  θερινού όσο και το υπόγειο του παντοπωλείου. Στα μεταγενέστερα δημοσιεύματα το υπόγειο πέρα από χώρος κράτησης αναφέρεται και ως χώρος όπου γίνονταν ανακρίσεις αλλά και  συνοπτικές δίκες. Από δω, σύμφωνα πάντα με τις δεξιές εφημερίδες,  γίνεται η επιλογή αυτών που θα σταλούν για εκτέλεση στο νεκροταφείο του Αγίου Βασιλείου ή αυτών που θα σταλούν στη Θήβα.

Η χωρητικότητα του υπογείου διαφέρει από αφήγηση σε αφήγηση και φυσικά δεν λείπει η υπερβολή. Για τον Δ.Κ. Ευαγγελίδη, που κρατήθηκε μια μέρα εκεί, στο υπόγειο βρισκόντουσαν «πεντακόσιοι άνθρωποι στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο». Η Ν. Παπακωνσταντίνου, γυναίκα αξιωματικού της αστυνομίας, που κρατήθηκε στο Περιστέρι από τις 23 ως τι 28 Δεκεμβρίου, είδε στοιβαγμένους 2.000 ανθρώπους!

Η διαλογή των ομήρων, σύμφωνα με αυτές τις μαρτυρίες,  γινόταν από τον «γενικό αρχηγό των ανακριτών», τον Βασίλειο Παναγόπουλο. Στο όνομα αυτό υπάρχει ομοφωνία. Από αφήγηση σε αφήγηση αλλάζει το όνομα του δεύτερου ανακριτή. Άλλοτε αυτό είναι ο Θανάσης Γοργόλης, άλλοτε ο δικηγόρος Γεωργ. Οικονομόπουλος και άλλοτε ο πρώην ειρηνοδίκης Ξανθάκος.

Ασυμφωνία υπάρχει και στον τρόπο με τον οποίο σημείωναν την μοίρα των κρατουμένων οι ανακριτές.  Σε άλλη αφήγηση αναφέρεται ότι δίπλα στο όνομα έβαζαν είτε το γράμμα Άλφα (αθώος) είτε Δέλτα (δοσίλογος) είτε Έψιλον (εκτελεστέος). Σε άλλη εκδοχή δίπλα στο όνομα έμπαινε το γράμμα «θ» (θάνατος», ο αριθμός 12 που σήμαινε ομηρία ή το γράμμα «Ε» (ελεύθερος) και όλα αυτά σημειωμένα με κόκκινο μολύβι. Σε αυτή την αφήγηση γίνεται λόγος και για την «σφραγίδα του θανάτου», εικόνα της οποίας δημοσιεύεται στις εφημερίδες.

Άλλος αφηγείται ότι ο Παναγόπουλος βάζει είτε έναν είτε δυο σταυρούς. «Ο ένας σταυρός σήμαινε θάνατο κι οι δύο θάνατος μετά βασάνων»!

Ο βασικός χώρος εκτελέσεων ήταν το λιγνιτωρυχείο. Σύμφωνα με το φύλακα του νεκροταφείου οι «εθνικόφρονες οδηγούντο εκεί ανά 40 ή 50 και εξετελούντο». Ένα όνομα το οποίο έρχεται και ξανάρχεται ως έχουσα τη γενική αρχηγία στο χώρο αυτό είναι της Θεοδώρας Δαβέτα, από τον Πύργο της Ηλείας, 38 ετών, πρώην καθαρίστριας των γραφείων τω Λιγνιτωρυχείων. Ανάμεσα σε πολλά άλλα η Θ. Δαβέτα χαρακτηρίζεται ως «ύαινα-γυναίκα» η οποία είχε υπό τις διαταγές της τους «μεγαλυτέρους και αγριωτέρους εκτελεστάς των Αθηνών».

Υπάρχουν αναφορές και για εκτελέσεις σε άλλα σημεία του Περιστερίου ενώ ως χώροι ταφής χρησιμοποιήθηκαν η χωματερή και πολλά πηγάδια.

Foivos_1953

Ο χειμερινός ΦΟΙΒΟΣ το 1953

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

Ο Δημήτρης Πανταβός, ράφτης το επάγγελμα, πρόσφυγας δεύτερης γενιάς στο Περιστέρι, ήταν μικρό παιδί εκείνη την εποχή. Θυμάται:

“Στη Βαγγελίστρα πιάσανε όμηρους από το Κολωνάκι, όλους τους πλουσίους και τους βάζουνε μέσα στη Βαγγελίστρα και βογκάγανε όλη νύχτα. Εμείς ήμασταν δίπλα ακριβώς. Στον Φοίβο έναν τσερκέζο αστυνόμο, ο οποίος ήτανε πολύ  καλός άνθρωπος, χριστιανός, τον πιάσανε οι κομμουνιστές, τον δέσανε μες τον Φοίβο σε μια καρέκλα και πήγανε και γκρεμίσανε το σπίτι του όλο. Άσε που έφαγε και ξύλο ο άνθρωπος.

Η Ελισάβετ Γαβατίδου πρόσφυγας πρώτης γενιάς θυμάται:

Στο Φοίβο είχανε τους ανθρώπους μέσα κλεισμένους. Παίρνανε όλους τους πλούσιους και τους κουβαλούσαν  και τους κλείνανε μέσα και τούς δίνανε να φάνε λαχανίδες ωμές. Μιανού του είχανε κόψει το δάχτυλο για να του πάρουνε το δαχτυλίδι επειδή δεν έβγαινε. Τόν Αλκη που πήρανε της Ξενίας το γιό και τον σκοτώσανε, τον άλλο τον Τσερκέζο τον κύρ Γιώργο τον βρήκαν σ’ ένα ξεροπήγαδο.

Αλλά δεν ήταν μόνο οι πλούσιοι  που “φιλοξενήθηκαν” στον “Φοίβο”.  Ήταν επίσης αναρχικοί, αρχειομαρξιστές, τροτσκιστές  αλλά και μέλη του ΚΚΕ που διαφωνούσαν με την επίσημη γραμμή. Άγνωστος ο αριθμός τους και άγνωστος ο αριθμός των εκτελεσθέντων. Συνήθως δεν προλάβαιναν να φτάσουν μέχρι το Περιστέρι.

Ανάμεσα σε αυτούς που συνελήφθησαν και κρατήθηκαν στο Περιστέρι ήταν και ο διορισμένος από το καθεστώς Μεταξά δήμαρχος Περιστερίου Δημακίδης που είχε συμπάθειες με την αντίσταση στην Κατοχή, όπως αφηγείται ο Γιάννης Μπατζακίδης και αυτό τον έσωσε από τα χειρότερα. 

“Με τα Δεκεμβριανά πιάσανε το Δημακίδη αλλά όχι από το Περιστέρι, από το Θησείο, επειδή ήτανε της 4ης Αυγούστου, για να πάει εξορία στα Μεσόγεια που τους στέλνανε τότε. Αλλά πέρασε από το Περιστέρι και τον κρατήσανε σε μια φυλακή, σ ένα δωμάτιο στην Παναγή Τσαλδάρη, στο υπόγειο κάτω από τον Φοίβο.

Με ειδοποίησε εμένα και τον Ευγένιο Χαραλαμπίδη με τον Στάθη Ζησιμόπουλο. Έρχεται ο Ευγένιος και με πιάνει, τι θα κάνουμε; Του λέω εγώ δεν μπορώ να μιλήσω τώρα, κάνε ότι μπορείς να μην πάει έξω. Αλλά πάντως θα φροντίσω να μην πάθει τίποτα. Έτσι ξαναγύρισε πάλι ο Δημακίδης”.

Ο Γιάννης Μπατζακίδης αν και Περιστεριώτης είχε εκλεγεί δια βοής δήμαρχος Αιγάλεω  μετά την αποχώρηση των Γερμανών κι ο Ευγένιος Χαραλαμπίδης δήμαρχος Περιστερίου με τον ίδιο τρόπο.

Ο μεγάλος ποιητής Αντρέας Εμπειρίκος είχε την τύχη να “περάσει” κι αυτός από το Περιστέρι. Δεν έχουμε άμεση καταγραφή της μαρτυρίας του αλλά την έμμεση του γιου του Λεωνίδα σε μια συζήτηση του με τον Τάσο Γουδέλη  στις 13.4.2000:

Το περιστατικό αυτό είναι η πιο δραματική εμπειρία της ζωής του. Τον έπιασαν πολιτοφύλακες της ΟΠΛΑ στο σπίτι του, στις 30 Δεκεμβρίου του ’44, επειδή ήταν γιος εφοπλιστή… Τότε είχαν συλλάβει χωροφύλακες, ιερωμένους και πολλούς άλλους με την κατηγορία ότι ήσαν αστοί. Επίσης και τροτσκιστές, τους οποίους εκτελούσαν πιο εύκολα από τους υπόλοιπους.

Μου έλεγε ο πατέρας μου ότι τους εκτελούσαν ως «ειδικούς προδότες». Έναν μάλιστα γνωστό του, τον αρχειομαρξιστή Αλμπέρ, τον σκότωσαν πλησίον του, στο χωριό Κρώρα, μαζί με άλλους επτά. Οι στίχοι από το ποίημα ((Ο δρόμος»: «και οι καλούμενοι με βλέμμα σαν αυτό που συναντά κανείς στα μάτια των καταδικασμένων στις ύστατες στιγμές του βίου τους…» είναι εμπνευσμένος από το περιστατικό αυτό. Κατά την σύλληψη του επέτρεψαν να αποχαιρετήσει την μητέρα του, που ήταν στον επάνω όροφο και με σκληρό τρόπο τον οδήγησαν σε Τμήμα τους στην οδό Παμίσου. Μετά τον πέρασαν από λαϊκό δικαστήριο. Τον έκλεισαν, στην συνέχεια, μαζί με πολλούς άλλους καταδικασμένους στο κινηματοθέατρο Φοίβος. Του έλεγαν: «Αύριο ετοιμάσου, θα σε κλάψει η μάνα σου…».

Η μαρτυρία του Μένη Κουμανταρέα  μας έρχεται μέσα από ένα Χριστουγεννιάτικο διήγημα που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ  στις  25-12-2004  με τίτλο “Τα χιόνια του Δεκέμβρη παραμονεύουν πάντα

Ο συγγραφέας θυμάται, μικρό παιδί τότε, την ημέρα που συνελήφθη μαζί με τη μητέρα του από Ελασίτες και οδηγήθηκε μαζί με άλλους ομήρους στο Περιστέρι. Ήταν24 Δεκεμβρίου, παραμονή Χριστουγέννων.

Κάποτε φτάσαμε σ’ ένα ανοικτό περιφραγμένο χώρο, που όπως μάθαμε τα καλοκαίρια λειτουργούσε ως θερινό σινεμά. «Φοίβος» λεγόταν. Εκεί κατασκηνώσαμε πρόχειρα ο ένας όμηρος πάνω στον άλλον – γιατί όμηροι είμασταν πια – για να ζεσταινόμαστε και να παίρνουμε θάρρος. H νύχτα πέρασε όπως όπως, κοιμήθηκα με προσκεφάλι τα γόνατα της μάνας μου που την ένιωθα μες στον ύπνο της να τινάζεται.

H αυγή μας βρήκε ξαγρυπνισμένους με άσπρα πρόσωπα μέσα στο σινεμά. Αυτή τη φορά το έργο είμασταν εμείς. Εκ περιτροπής τέσσερις άντρες εναλλάσσονταν στα τέσσερα άκρα, με τα τουφέκια τους, ζωσμένοι φυσεκλίκια. Πότε πότε έφταναν κάποιοι μυστήριοι με πολιτικά, μιλούσαν μαζί τους κι έφευγαν.

Δεν μπορεί, θα μας αφήσουν, επέμενε μια φιλάσθενη κυρία κάτωχρη με όλες τις πούντρες και τα κραγιόν της φευγάτα.

«Μπα, μην ελπίζετε», είπε ένας κύριος αξύριστος, με τις άσπρες τρίχες του σε πλήρη ανθοφορία – αυτός δεν θα είχε προλάβει τον κουρέα του πατέρα μου -, «κάπου αλλού μας πάνε».

Ακόμα δεν ξέραμε ότι κάποιους από τους ομήρους τους πήγαιναν μακριά στα βουνά, στα Κρώρα, κι εκεί τους εκτελούσαν.

Την επόμενη μέρα, ανήμερα τα Χριστούγεννα, τους μετέφεραν στο υπόγειο του παντοπωλείου.

Μας οδήγησαν σ’ ένα μεγάλο σκοτεινό υπόγειο κοντά στον κινηματογράφο που θα πρέπει να ήταν ταβέρνα ή χώρος αποθήκευσης. Το μόνο προσόν του ότι δεν είμασταν εκτεθειμένοι στο ύπαιθρο. Υπήρχαν μεγάλα αραχνιασμένα βαρέλια, καρέκλες σπασμένες και σωριασμένες η μια πάνω στην άλλη και κάποια εργαλεία μαστορικής, που στα μάτια μου φάνταζαν όργανα βασανισμού. Μπορεί να μην είχα ζήσει τέτοιες καταστάσεις, μα το μυαλό μου ήταν γεμάτο ιστορίες τύπου Μιχαήλ Στρογκώφ.

Θα ήταν μεσημέρι πια όταν άρχισε μια επίθεση που κράτησε κοντά δυο ώρες. Ακούγαμε οπλοπολυβόλα ν’ αλυχτάνε σαν άγρια σκυλιά καθώς και τον βαρύ κούφιο ήχο από τους όλμους που έπεφταν και μες στη σκοτεινιά φωταγωγούσαν τον τόπο σαν ιπτάμενα χριστουγεννιάτικα δέντρα. Σαν έπαψε το κακό, οι πόρτες άνοιξαν κι άρχισε να καταφθάνει ένα λεφούσι. Εμπαιναν παραπατώντας και σκοντάφτοντας ο ένας πάνω στον άλλον. Ομηροι όπως κι εμείς. «Πού θα χωρέσουν όλοι αυτοί;» ακούστηκε μια πρώτη διαμαρτυρία. «Πάνω μας θα κοιμηθούνε;» βόγγηξε μια λεπταίσθητη κυρία, η μόνη με την οποία η μάνα μου αντάλλασσε κάποιες κουβέντες. «Σωπάτε», επενέβη ένας κακομούτσουνος μα πονόψυχος κύριος, «δεν βλέπετε σε τι κατάσταση είναι οι άνθρωποι!» Πράγματι, οι νεοφερμένοι βρισκόντουσαν σε κακό χάλι, άλλοι πληγωμένοι με πρόχειρους επιδέσμους, άλλοι με πρόσωπα γεμάτα εγκαύματα, μερικοί στέναζαν κι άλλοι έτρεμαν σύγκορμοι από τρομάρα. Γρήγορα μάθαμε τα νέα. Οι άνθρωποι αυτοί ερχόντουσαν από τον κινηματογράφο «Φοίβο», εκεί που είχαμε κατασκηνώσει την προηγούμενη μέρα. Στη διάρκεια της μέρας είχε γίνει επίθεση με όλμους που άλλους σκότωσαν επί τόπου, άλλους τραυμάτισαν ή έκαψαν.

Τη νύχτα των Χριστουγέννων ο Κουμανταρέας περιγράφει ένα γλέντι των Ελασιτών στο υπόγειο με μπουζούκι, κρασί και χορό.  Και συνεχίζει:

Την τρίτη μέρα ο ήλιος που είχε να φανεί μέρες ζέστανε κάπως μαζί με τα κόκαλα και τις καρδιές μας. Μας μάζεψαν έξω από το υπόγειο σ’ ένα προαύλιο κι εκεί άρχισε η ανάκριση που μας είχαν υποσχεθεί. Αυτή που είτε θα μας αθώωνε είτε θα μας καταδίκαζε οριστικά.

Στη μάνα μου κάνανε μετρημένες ερωτήσεις για την οικογένεια και την οικονομική κατάσταση στην οποία βρισκόμασταν. Αυτή κυρίως τους ενδιέφερε. Ρωτούσε ένας τριανταπεντάρης αξύριστος, μισά ντυμένος πολιτικά και μισά με στολή αντάρτη, καθισμένος πίσω από ένα κουτσό τραπέζι και δίπλα του καθόταν ένας σαραντάρης με γυαλιά, μαύρο παλτό και ύφος ινστρούχτορα που χωρίς να μιλά κάπνιζε μέχρι να του καούν τα δάχτυλα.

Θα πρέπει να ήταν η πέμπτη ή έκτη μέρα της ομηρείας μας. Μετά το πρωινό συσσίτιο με πληροφόρησαν ότι θα έφευγα σε λίγη ώρα. Το ίδιο βίαια όπως με είχαν συλλάβει, το ίδιο απότομα με άφηναν να φύγω.

Τις ημέρες που κρατήθηκε στον “Φοίβο” ο Μένης Κουμανταρέας το Περιστέρι υπέστη ανελέητο βομβαρδισμό από τους Εγγλέζους: Στις 24 Δεκεμβρίου, κανονιοβολισμός από αγγλικά πλοία της εκκλησίας της Αγίας Τριάδας και πολυβολισμός από αεροπλάνα του λιγνιτωρυχείου, στις 25 Δεκεμβρίου, βομβαρδισμός από πλοία του κτιρίου της Πολιτοφυλακής και στις 26 Δεκεμβρίου πυρά όλμου. Η πιο αιματηρή μέρα όμως ήταν η 28η Δεκεμβρίου: ανελέητος βομβαρδισμός από τον αγγλικό στόλο με εκατό θύματα στον άμαχο πληθυσμό.

ΤΟ ΚΚΕ

Ο Νίκος Σφακιανάκης,  παλιό στέλεχος του ΚΚΕ στο βιβλίο του “Το Περιστέρι στην Αντίσταση” αν και γνωρίζει τα γεγονότα, τα αποσιωπά. Δεν αφιερώνει ούτε μια γραμμή. Το ίδιο και το ΚΚΕ. Σε κανένα κείμενο δεν υπάρχει αναφορά στο “Φοίβο” και όσα συνέβησαν εκεί. Έχει πάρει όμως θέση στο θέμα των ομήρων.

Όταν το ζήτημα μπήκε για πρώτη φορά  από τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο στη συνδιάσκεψη των κομμάτων στις 28 Δεκεμβρίου 1944 ο Γιώργης Σιάντος, σύμφωνα με τα πρακτικά  που δημοσιεύουν οι δεξιές εφημερίδες, απαντά «Ναι κάνουμε συλλήψεις γιατί θέλουμε να εξασφαλίσουμε τους δικούς μας. Αποτελείτε ένα Κράτος από το Σύνταγμα ως την Ομόνοια και κάνετε και σεις συλλήψεις».

Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας το ΚΚΕ αλλάζει στάση. Η απόφαση της 11ης Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής  (5-10 Απρίλη 1945) σημειώνει: «Η σύλληψη αμάχων, έστω και σαν μέτρο άμυνας κατά του άγριου διωγμού και της ομηρίας εκ μέρους των Παπανδρέου-Σκόμπυ, ήταν σοβαρό πολιτικό λάθος». Λίγο αργότερα το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ (1-6 Οκτωβρίου 1945) δέχτηκε ότι έγιναν συλλήψεις ανθρώπων που δεν έπρεπε και ότι δεν πρόλαβαν τις “υπερβασίες» στις εκτελέσεις.

Έτσι απλά.

One response to “Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΤΟΥ «ΔΕΚΕΜΒΡΗ»

  1. Παράθεμα: ΦΟΙΒΟΣ – Περιστέρι- Θερινός | Παλιά σινεμα·

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s