ΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

(μια παλιά ιστορία)

Με μια  απότομη κίνηση τίναξε από πάνω του μια ενοχλητική σταγόνα βροχής. Είχε την αίσθηση πως αυτό το υγρό μπαλάκι ασχήμαινε την εμφάνισή του.

Το λουλούδι του χειμώνα ήταν όμορφο και το ήξερε. Κι απολάμβανε τη μοναδικότητά του στο πλατύ καταπράσινο λιβάδι. Αυτό, ένα μικρό μωβ κόσμημα!

Ξαφνικά,  μια δυνατή βροχή που την οδηγούσαν δυο τρεις μανιασμένοι άνεμοι, έπεσε στη πόλη.

  • Μάζεψε γρήγορα τα πράματα, φώναξε, σχεδόν με θυμό, ο ηλικιωμένος κύριος στον περιπτερά της πλατείας. Δε βλέπεις τι έρχεται;

Οι χοντρές στάλες άρχισαν ήδη να μουσκεύουν τα πάντα, πρώτα τις παχιές κυριακάτικες εφημερίδες που ήταν απλωμένες παντού και μετά τα περιοδικά.

Οι κυριακάτικοι νωχελικοί ρυθμοί αναστατώθηκαν. Τα βαριά σκούρα σύννεφα σκέπαζαν ήδη όλο το ορατό κομμάτι του ουρανού. Έκρυψαν και το φως και το ημίφως που απλώθηκε σαν απειλή έμοιαζε.

Οι διαθέσεις των ανθρώπων άλλαξαν κι αυτές καθώς έτρεχαν να προφυλαχθούν και να σώσουν το στεγνό τους δέρμα.

Οι εφημερίδες κι οι ειδήσεις τους έμοιαζαν με μακρινό παρελθόν. Απούλητες θα έμεναν.

Τα γκρίζα σύννεφα κινήθηκαν στη συνέχεια με ταχύτητα προς την εξοχή.

Το μοναχικό λουλούδι του χειμώνα τα είδε να έρχονται από μακριά. Σχεδόν σέρνονταν στη γη. Μακριά ακούγονταν και βροντές. Ανατρίχιασε. Ετοιμάζονταν υποστεί έναν βίαιο υδάτινο καταιγισμό που σίγουρα θα προκαλούσε ανεπανόρθωτες βλάβες στην ευαίσθητη μορφή του.

-Άλλη μια άσχημη μέρα, είπε, κι έκλεισε τα μάτια γιατί άλλο δεν μπορούσε να κάνει.

Πέρασε λίγη ώρα αλλά σταγόνα πάνω του δεν έπεσε. Μόνο μια παράξενη  ψύχρα το είχε κυκλώσει. Αποτόλμησε να ανοίξει δειλά τα μάτια. Ένα σκούρο, πολύ σκούρο, μικρό σύννεφο το είχε σκεπάσει. Φαινόταν σαν να το προστάτευε από τη δυνατή μπόρα. Παράξενο και παράλογο μαζί.

Ένοιωσε μια απίστευτη γαλήνη που κόπηκε απότομα όμως από μια δυνατή, βραχνή, κάπως μεταλλική φωνή που ερχόταν από πάνω:

– Θέλεις να γίνεις το τερατάκι μου; 

Το λουλούδι του χειμώνα πάγωσε. Το μαύρο σύννεφο του μιλούσε. Αλλά τι του έλεγε; Δεν κατάλαβε. Είναι δυνατόν να αποκαλεί εμένα,  την ομορφιά του χειμώνα, τέρας; Είτε το σύννεφο έχει κάποιο πρόβλημα στην άρθρωση είτε μιλάει μια άγνωστη γλώσσα, σκέφτηκε.

Το μαύρο σύννεφο, που προφανώς κατάλαβε το πρόβλημα, επανέλαβε με την ίδια βραχνή, μεταλλική φωνή, την ίδια φράση, τονίζοντας καθαρά μια μια τις συλλαβές:

  • Θέ-λεις να γί-νεις το τε-ρα-τά-κι μου;

Το λουλούδι έμεινε άναυδο και άλαλο. Δεν υπήρχε περίπτωση παρερμηνείας.

  • Όλοι έχουν το τερατάκι τους. Μόνο εγώ δεν έχω, συνέχισε το σύννεφο. Και με κοροϊδεύουν.

Η φωνή του τώρα δεν ήταν άγρια. Παρακλητική μάλλον θα την χαρακτήριζες. Το λουλούδι αναθάρρησε και άρχισε να σκέφτεται γρήγορα. Τι ακριβώς άραγε του ζητούσε;

Η λέξη «τερατάκι» σίγουρα είχε άλλο νόημα. Συμβαίνει συχνά αυτό το περίεργο παιχνίδι με τις λέξεις, είχε ακούσει να λένε κάποιοι νεαροί του έκοβαν βόλτες στο λιβαδάκι. Όταν έχεις να εκφράσεις βαθιά και έντονα συναισθήματα συμβαίνει να μην βρίσκεις τις κατάλληλες λέξεις. Η γλώσσα εκείνη τη στιγμή, οποιαδήποτε γλώσσα,  αποδεικνύεται πολύ φτωχή. Σα να λείπουν λέξεις. Και μοιραία, γίνονται λάθη.

Έτσι και τώρα. Αυτά που έλεγε το σύννεφο είχαν σίγουρα άλλο νόημα. Ποιο όμως;

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τις σκέψεις του κι ένας δυνατός άνεμος πήρε όλα τα σύννεφα μακριά. Μαζί, υποχρεώθηκε να φύγει και το μαύρο συννεφάκι. Οι άνθρωποι ανάσαναν. Το λουλούδι, παράδοξο, το πέρασμα του σύννεφου το ένοιωσε σαν τρυφερό χάδι.

Οι μέρες κι οι μήνες πέρασαν και το μαύρο σύννεφο δεν ξαναφάνηκε.

Το λουλούδι του χειμώνα στεναχωρήθηκε γιατί εντός του έμεινε ένα απροσδιόριστο συναίσθημα, για την ακρίβεια ένα κενό. Μάλλον ήταν κάτι που δεν προλάβε να γεννηθεί. Ζούσε με την κρυφή ελπίδα ότι το μαύρο σύννεφο μπορούσε πάλι να φανεί. Κι έτσι το κενό να αποκτήσει κάποιο περιεχόμενο. Είναι άσχημο στη ζωή να μένουν κενά. Αλλά το μαύρο σύννεφο δεν ξανάρθε.

Χάθηκε για πάντα πίσω από τα βουνά. Έφυγε σ άλλες χώρες, άλλες ηπείρους. Τα σύννεφα ταξιδεύουν πολύ.

Ήρθε το καλοκαίρι. Ο ήλιος έκαιγε πια. Το λουλούδι του χειμώνα ετοίμασε την επιστροφή του στη γη. Πέταξε μακριά τα μωβ άνθη και το πράσινο φύλλωμα. Ο μίσχος του ξεράθηκε κι η καρδιά του κουλουριάστηκε στο βολβό του μέσα στη γη που του πρόσφερε δροσιά και προστασία. Ήξερε ότι με τις πρώτες σταγόνες βροχής θα άνθιζε και πάλι.

Έτσι κι έγινε.

Τις πρώτες μέρες του Οκτώβρη οι ρίζες του άρχισαν να απλώνουν, ο μίσχος του με απίθανη ορμή βγήκε από τη γη. Αυτή τη χρονιά ένοιωθε μια παράξενη δύναμη που ερχόταν απ το χώμα. Το κορμάκι του ανέβηκε ψηλότερα  από κάθε άλλη φορά. Άνθισε και πήρε πάλι ένα λαμπρό μωβ χρώμα, πιο φωτεινό όμως. Τώρα έμοιαζε πιο όμορφο αλλά και πιο μοναχικό στο καταπράσινο λιβάδι.

Η ηλικιωμένος κύριος πήρε μια κυριακάτικη εφημερίδα και είπε στον περιπτερά της πλατείας.

– Λες να έχουμε και φέτος τις περσινές βροχές; Βρίζουμε για τις καταστροφές που προκαλούν αλλά τελικά κάνουν καλό στη γη.

Το λουλούδι του χειμώνα ένοιωσε κάτι να του γαργαλά τα παγωμένα δάχτυλα των ποδιών. Κι άκουσε, να βγαίνει μέσα από τη γη, μια βραχνή, κάπως μεταλλική, φωνή:

  • Καλημέρα τερατάκι!

(29-30 Δεκεμβρίου 2002)

2 responses to “ΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s