Ο κόσμος όπως τον είδε και τον ένοιωσε

(Προλογικό σημείωμα στη δεύτερη έκδοση του βιβλίου του Ροβήρου Μανθούλη, Ο Κόσμος κατ’ εμέ)

Ήταν μια τεράστια ανακούφιση όταν ο Ματθαίος Φρατζεσκάκης μου ανακοίνωσε την πρόθεσή του να επανεκδώσει τα βιβλία του Ροβήρου Μανθούλη που ξαφνικά βρέθηκαν «ορφανά». Το απρόσμενο τέλος των εκδόσεων Γαβριηλίδης, μετά το θάνατο του ιδρυτή τους Σάμη Γαβριηλίδη, δημιούργησε αυτό το κενό.

Κι η ανακούφιση  έγινε ικανοποίηση γιατί φορέας της νέας ζωής των τελευταίων βιβλίων του μεγάλου έλληνα σκηνοθέτη δεν θα ήταν ένας απλός εκδότης αλλά το Φεστιβάλ Χανίων με την αναγνωρισμένη συνεισφορά του στον πολιτισμό. Καλύτερη τύχη δεν μπορούσαν να έχουν.

Η αρχή γίνεται με το έργο του «Ο κόσμος κατ εμέ». Αυτοβιογραφία, θα το χαρακτηρίζαμε στην απλή εκδοτική γλώσσα.  Ένα ντοκιμαντέρ για τον εικοστό αιώνα, θα το έλεγα εγώ, μέσα από την προσωπική ματιά ενός ανθρώπου  που με 120 και πλέον ντοκιμαντέρ μας έκανε να βλέπουμε τον κόσμο διαφορετικά.

Αν θες να περιγράψεις αυτόν τον αιώνα θα τον κλείσεις σ αυτές τις λέξεις, λέει ο Μανθούλης, αναφερόμενος στον πατέρα του: «Περιπλανήσεις, πόλεμοι, χαρακώματα, οδοφράγματα, αιχμαλωσίες, διώξεις, ξεριζώματα, δικτατορίες, εξορίες, εμφύλιοι, προσφυγιές, πείνες, βαλίτσες, διαβατήρια, βαπόρια, σύνορα, μεταναστεύσεις…»

Όλα αυτά τα βρίσκουμε στο κινηματογραφικό του έργο. Όχι ως απλά ιστορικά γεγονότα αλλά ως έργα και δράματα ανθρώπων. Έκανε ένα καθαρά ανθρωποκεντρικό σινεμά. Κάποτε μου είπε πως αν ποτέ βρισκόταν στην έρημο με μια κάμερα δεν θα τράβαγε το τοπίο μόνο του. Θα έμπαινε ο ίδιος μπροστά στο φακό για να δώσει την ανθρώπινη διάσταση.

Κάπως έτσι ξετυλίγεται κι αυτό το βιβλίο. Τα γεγονότα, ως ένα κάδρο κινηματογραφικό,  και μέσα σε αυτό ο Μανθούλης. Με την ψυχρή αλλά διεισδυτική ματιά. Τον κόσμο όπως τον είδε και τον ένοιωσε. Ματιά που εμπλουτίζει με την αναγκαία τεκμηρίωση, ντοκουμέντα και μαρτυρίες.

Τα σχόλια για τον κινηματογράφο, διάσπαρτα στο βιβλίο, θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα ξεχωριστό βιβλίο, πολύτιμο  για τους λάτρεις ή τους υπηρέτες του κινηματογράφου. Ίσως όμως καλύτερα που βρίσκονται ενσωματωμένα στο ιστορικό τους πλαίσιο.

Αλλά πάνω απ όλα αυτό που μας μένει από το βιβλίο, ως παρακαταθήκη, ως διδασκαλία, είναι η στάση ζωής. Μιας ζωής ασυμβίβαστης, μαχητικής, τίμιας, στην πρώτη γραμμή για την υπεράσπιση των ανθρώπινων αξιών ενάντια σε κάθε καθεστώς καταπίεσης και εκμετάλλευσης.

ΝΙΚΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ

Ιανουάριος 2021

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πυξίδα της Πόλης και το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Χανίων. https://www.chaniafilmfestival.com/shop

Κάποτε στο Χόλιγουντ

(Ένα κείμενο με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου «Οι Έλληνες στο Χόλιγουντ την εποχή του βωβού κινηματογράφου» που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ την Κυριακή 10/1/2021)

Η περιπέτεια της αναζήτησης των Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική που έμπλεξαν στα γρανάζια του κινηματογράφου στα πρώιμα χρόνια του, ξεκίνησε πολλά χρόνια πριν, όταν διάβασα το βιβλίο του Terry Ramsaye «Ένα Εκατομμύριο και μια νύχτες». Ένα κλασσικό βιβλίο για την ιστορία του κινηματογράφου που κυκλοφόρησε το 1926.

Εκεί, με έκπληξη, είδα να αναφέρει πως οι Έλληνες  στις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούσαν την μεγαλύτερη «αμιγή φυλετική ομάδα μεταξύ των ανθρώπων του θεάματος». Κι αυτό το στήριζε σε μια έρευνα που είχε γίνει το 1920 και διαπίστωνε πως από τις 14 χιλιάδες αίθουσες κινηματογράφου οι 1400 ανήκαν σε Έλληνες! Πολύ εντυπωσιακό στοιχείο που ανέτρεπε τον μύθο για τους λούστρους και τους λαντζέρηδες.

Συνέχεια

Κυκλοφόρησε!

ΦΩΝΤΑΣ ΛΑΔΗΣ – ΝΙΚΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΟ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΒΩΒΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΜΝΗΜΕΣ»

                Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Μνήμες» το λεύκωμα των Φώντα Λάδη και Νίκου Θεοδοσίου «Οι Έλληνες στο Χόλιγουντ την εποχή του βωβού κινηματογράφου».
Πρόκειται για μια γλαφυρή εξιστόρηση της ζωής και της δράσης δεκάδων άγνωστων ώς σήμερα Ελλήνων ηθοποιών, παραγωγών και αιθουσαρχών, μεταναστών στις ΗΠΑ, από τις απαρχές του βωβού κινηματογράφου ώς το 1930, πολλοί από τους οποίους ακόμα ώς σήμερα είναι άγνωστοι στο ευρύ κοινό αλλά και στους ίδιους τους ιστορικούς της 7ης τέχνης.
                Το λεύκωμα είναι προϊόν πολυετούς έρευνας των δυο συγγραφέων και ενός πολύμηνου ταξιδιού του Φώντα Λάδη το 2015 στις ΗΠΑ, στην προσπάθεια να επαληθεύσει και να συμπληρώσει τα στοιχεία που του είχε αποκαλύψει το 1985 ο 90χρονος τότε Θανάσης Λυμπέρης, ο οποίος είχε κάνει ηθοποιός στο Χόλιγουντ, σε μια συνέντευξη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ταχυδρόμος».
                Ονόματα, όπως ο ηθοποιός Δημήτρης Μήτσουρας, οι αδελφοί Γιώργος και Πέτρος Ρήγας, ο Δημήτρης Αλεξίου, ο Γιώργος Κουλούρης, η ανακάλυψη του Σεσίλ Ντεμίλ -πρώην πράκτορας- Ρίτα Καρίτα, ο παραγωγός Αντώνης Ξυδιάς και λεπτομέρειες για το έργο τους περιέχονται στο πρώτο και το δεύτερο μέρος του λευκώματος.
                Στο τρίτο μέρος ο Ν. Θεοδοσίου μας ξεναγεί στη μυθιστορηματική ζωή του Αλέξανδρου Πανταζή, που παιδί ακόμα, μπάρκαρε από την Άνδρο και έφτασε στις ΗΠΑ, όπου έχτισε στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, το μεγαλύτερο δίκτυο αιθουσών θεάτρου και κινηματογράφου, κάποιες από τις οποίες λειτουργούν με το όνομά του ακόμα και σήμερα.
           

Το λεύκωμα, που κυκλοφορεί σε ελληνική και αγγλική έκδοση περιέχει, εκτός από τα εντυπωσιακά, πρωτότυπα στοιχεία και δεκάδες σπάνια ντοκουμέντα, καρτ ποστάλ και φωτογραφίες που για πρώτη φορά  έρχονται στο φως.
                Το έργο εντάσσεται στη σειρά των εκδόσεων «Μνήμες» και η αγγλική έκδοσή του γίνεται σε συνεργασία με το νεοσύστατο Ελληνοαμερικανικό Πρόγραμμα (Hellenic American Project – HAP) που ίδρυσε και διευθύνει στο πανεπιστήμιο CUNY της Νέας Υόρκης, ο γνωστός ποιητής και πανεπιστημιακός Νίκος Αλεξίου.
                Πρέπει να τονιστεί ότι το λεύκωμα εκδίδεται υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού.
                Τη γενική επιμέλεια και το συντονισμό της έρευνας είχε ο Γιάννης Χουτόπουλος, την επιμέλεια των κειμένων η Μαριάννα Κατσιμπάρου, την εποπτεία της αγγλικής έκδοσης η Θάλεια Μπίστικα και την καλλιτεχνική επιμέλεια ο γνωστός γραφίστας Γιάννης Καρλόπουλος.
                Την έκδοση του λευκώματος θα ακολουθήσει η δημιουργία ενός σχετικού ντοκιμαντέρ. Στόχος της εταιρείας «Μνήμες» είναι η δημιουργία ενός μικρού Μουσείου, στο οποίο θα εκτεθεί ολόκληρο το αρχείο του Θανάση Λυμπέρη και άλλα, συναφή με το θέμα υλικά.

Κεντρική διάθεση:                                                                          Πληροφορίες:
«Πολύτροπον»                                                                                Εταιρεία «Μνήμες»
Αραχώβης 35, Αθήνα                                                                     τηλ: 210-5220895
210-3616343                                                                                   mnimes@otenet.gr       
& 210-3634780                                                                               Γρανικού 10
polytroponbooks@gmail.com                                                        Αθήνα, 104 35

«Ο ήλιος φύσαγε πολύ»

Ο συγγραφέας την εποχή εκείνη.

(Σημείωση: ένα απαίσιο κείμενο που ανακάλυψα πρόσφατα στο αρχείο μου. Γράφτηκε λίγες μέρες μετά την επιβολή του στρατιωτικού πραξικοπήματος, τον Απρίλιο του 1967. Έχει τη μορφή σεναρίου. Πιθανόν να γράφτηκε ως άσκηση σε κάποιο μάθημα της σχολής κινηματογράφου όπου σπούδαζε τότε ο συγγραφέας. Αμφιβάλλω όμως αν παρουσιάστηκε ποτέ στη σχολή. )

Ο ήλιος φύσαγε πολύ

(εγώ, ο φίλος μου και ο Θεός)

Σενάριο θρησκευτικής αναζήτησης, φανταστικό ως επί το πλείστον σε 11 σκηνές. Η 12η ανήκει στον αναγνώστη.

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΕΓΩ: Είμαι ο ίδιος με το φίλο μου.

Ο ΦΙΛΟΣ: Είναι ο ίδιος με μένα

ΕΓΩ ΚΙ Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ: Νέοι, 20 χρονών, ψηλοί, αδύνατοι, με ταυτισμένα ιδανικά,  καλλιτεχνικές ανησυχίες και αναζητήσεις πολλές αναζητήσεις.

Ο ΘΕΟΣ: Αγνοείται η τύχη του

Τα πρόσωπα και τα περιστατικά του έργου είναι φανταστικά και τυχόν συμπτώσεις εντελώς τυχαίες.

Ο ΗΛΙΟΣ ΦΥΣΑΓΕ ΠΟΛΥ

ΣΚΗΝΗ 1

ΒΡΑΔΥ – ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ

Φαρδύς, ασφαλτοστρωμένος δρόμος με μεγάλο – γύρω στα 6 μέτρα -παρτέρι στη μέση. Το παρτέρι εκτός από λουλούδια έχει φυτεμένα και δέντρα διαφόρων μεγεθών. Κατά διαστήματα υπάρχουνε λιμνούλες για ψαράκια, χωρίς ψάρια και χωρίς νερό.  Στα ισόγεια των πολυκατοικιών βρίσκονται μαγαζιά από τα οποία τα περισσότερα είναι ταβέρνες και καφενεία πολυτελείας. Είναι άνοιξη. Για αυτό έχουνε βάλει καρέκλες και τραπεζάκια στο παρτέρι, κάτω από τα δέντρα και δίπλα στις λιμνούλες.

Κατά μεγάλα χρονικά διαστήματα περνάνε αυτοκίνητα στο δρόμο. Στα τραπεζάκια, αραιά και που κάθονται άνθρωποι. Σ’ενα τέτοιο τραπεζάκι κάθονται, ΕΓΩ κι ο ΦΙΛΟΣ μου. Πίνουμε καφέ τούρκικο. Εγώ μέτριο, αυτός σκέτο. Καπνίζουμε. Ο ΦΙΛΟΣ μιλάει.

Ο ΦΙΛΟΣ: Ατομικό δικαίωμα του καθενός είναι να αναζητάει, αλλά δεν είναι καθόλου ατομική του ιδιοκτησία το προϊόν της αναζήτησης του. Διότι…

Εδώ τον κόβει το γκαρσόνι που έρχεται.

ΓΚΑΡΣΟΝΙ: Αν θέλετε μπορείτε να πληρώσετε γιατί είναι 11:30 και πρέπει να κλείσουμε για να πάμε στην Ανάσταση.

ΕΓΩ: Πόσο κάνουν;

ΓΚΑΡΣΟΝΙ: Δέκα!

ΕΓΩ: (δίνοντας εικοσάρικο – στο φίλο μου) Αστα… πληρώνω εγώ.

Το γκαρσόνι παίρνει τα λεφτά, δίνει ρέστα, παίρνει τα φλιτζάνια και τα ποτήρια και φεύγει.

ΕΓΩ: (Στο φίλο μου) Πάμε;

ΦΙΛΟΣ: (Σε μένα) Πάμε.

Σηκωνόμαστε,  παίρνουμε τα τσιγάρα, προχωράμε 50 μέτρα και στρίβουμε δεξιά.

ΣΚΗΝΗ 2

ΒΡΑΔΥ – ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ

Συνέχεια της προηγούμενης. Ασφαλτοστρωμένος δρόμος, αριστερά και δεξιά πολυκατοικίες χωρίς μαγαζιά, κόσμος πολύ λίγος, ελάχιστα διαμερίσματα στις πολυκατοικίες είναι φωτισμένα. Από κάποιο ανοιχτό παράθυρο ακούγεται από το ραδιόφωνο η λειτουργία της Ανάστασης.

Σε αυτό το δρόμο προχωράμε εγώ και φίλους μου πηγαίνοντας αντίθετα προς τους λιγοστούς διαβάτες. Σε μία διασταύρωση είναι στημένοι πέντε ρασοφοροι μαθητές ιερατικής σχολής. Στέκονται στο κατάστρωμα του δρόμου. Δεν έχουν ακόμα πολλές τρίχες στο πρόσωπο και βαστάνε όπλα με ξιφολόγχες. Από μακριά βλέπουμε μόνο σιλουέτες. Όταν πλησιάζουμε, τους διακρίνουμε καθαρά. Πάμε να περάσουμε χωρίς να δίνουμε σημασία. Αυτοί, με τα όπλα προτεταμένα, ανοίγουν και μας κυκλώνουν ενώ ο μεσαίος ρασοφόρος βγάζει μία γυναικεία κραυγή

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ 1: Σταματήστε!

 Σταματάμε. Η ίδια φωνή ξαναμιλάει.

 ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ 1: Που πάτε;

Απαντάω εγώ

ΕΓΩ: Σπίτι μας.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ 1: (θυμωμένα) Να πάτε στην Εκκλησία!

 Επεμβαίνει ο ΦΙΛΟΣ

ΦΙΛΟΣ: Δεν μας παρατάς;

ΕΓΩ: θέλουμε να πάμε σπίτι μας να κοιμηθούμε.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ1: Είπα να πάτε στην εκκλησία.

ΕΓΩ ΚΙ Ο ΦΙΛΟΣ: (μαζί) ΌΧΙ.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ 1: Πολύ καλά! (στους άλλους)  Πάρτε τους!

Οι άλλοι ρασοφόροι, βάζουνε τα όπλα στην πλάτη, μας μαγκώνουν απ τους ώμους και μας αναγκάζουν να βαδίσουμε στον κάθετο δρόμο.

ΣΚΗΝΗ 3

ΒΡΑΔΥ –ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ

Ο δρόμος αυτός έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με το δρόμο της προηγούμενης σκηνής. Επιπλέον έχει ένα Land Rover μαύρο της Αρχιεπισκοπής που είναι παρκαρισμένο στην άκρη του δρόμου. Ένας Ρασοφόρος κάθεται στο βολάν. Ένας άλλος δίπλα του. Ένας τρίτος πίσω, έξω από το αυτοκίνητο έχει το όπλο παρά πόδας. Μέσα στο αυτοκίνητο στο πίσω μέρος του, που χωρίζεται από τον οδηγό με τζάμι, είναι άλλοι τρεις σαν και εμάς.

Εδώ μας φεύγουν οι παπάδες. Ένας ανοίγει την πίσω πόρτα και μας σπρώχνει μέσα. Αυτοί που μας φέρανε, κάνουνε μεταβολή και φεύγουνε. Ο Ρασοφόρος που φύλαγε στο αυτοκίνητο μπαίνει μαζί μας και κλείνει την πόρτα.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ 2: (με επαγγελματική φωνή) Πλήρες!

 Το αυτοκίνητο ξεκινάει.

ΣΚΗΝΗ 4

 ΒΡΑΔΥ-ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ

Στο τιμόνι κάθεται ο οδηγός – Ρασοφόρος. Δίπλα του ένας άλλος με αυτόματο. Πίσω, στις πλαϊνές θέσεις κάθονται, αριστερά, οι τρεις ξένοι και δεξιά ο Φίλος μου Εγώ ενώ έξω έξω ο Ρασοφόρος με το όπλο.

Το αυτοκίνητο τρέχει. Κανένας δεν μιλάει. Ο φίλος μου φαίνεται ανήσυχος. Κοιτάει γύρω του. Μετά σκύβει και μου μιλάει στο αυτί.

ΦΙΛΟΣ: Κοίτα να δεις.

Αμέσως μετά σκύβει και αρχίζει να λύνει τα κορδόνια των πάνινων παπουτσιων του. Τα βγάζει.  Όλοι κοιτιούνται ανήσυχοι. Μυρίζουν τον αέρα. Μετά βγάζοντας κραυγές αηδίας ανοίγουν τα παράθυρα και βγάζουν τα κεφάλια τους έξω, ενώ το αυτοκίνητο συνεχίζει να τρέχει.

Ο Φίλος κάνει τον «ψόφιο κοριό». Ο Ρασοφόρος πιάνει τη μύτη του και φωνάζει.

 ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ 2: (Στον οδηγό) Σταμάτα! Σταμάτα!

Το αυτοκίνητο φρενάερι απότομα. Όλοι πετάγονται μπροστά και σκουντουφλάνε στο τζάμι.  Ο Ρασοφόρος σηκώνεται, ανοίγει την πίσω πόρτα, μαγκώνει το φίλο μου από το σβέρκο και με μία κλωτσιά τον πετάει έξω, φωνάζοντας.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ 2: Άη στο διάολο, βρωμοπόδαρε!

Μετά, καρφώνει τα παπούτσια με την ξιφολόγχη και με έκφραση εμετού στο πρόσωπο του τα πετάει έξω και κλείνει την πόρτα. Έρχεται σε εμάς που μείναμε. Μας κοιτάει καχύποπτα. Μετά σκύβει και μυρίζει διαδοχικά τα πόδια όλων μας. Τελειώνει. Σηκώνεται ικανοποιημένος και φωνάζει.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ 2: Πάμε!

 Το αυτοκίνητο ξεκινάει.

ΣΚΗΝΗ 5

ΒΡΑΔΥ –ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Μία «normal» εκκλησία με το γνωστό διάκοσμο και φωτισμό.

Μπαίνουμε από την κύρια πόρτα της εκκλησίας.  Είμαστε, οι τρεις που ήταν στο αυτοκίνητο, Εγώ, κι ένας άλλος παπάς – φύλακας με αυτόματο. Η εκκλησία είναι γεμάτη. Μας οδηγεί σε μία άκρη και στέκεται δίπλα μας προσέχοντας μη φύγουμε. Ρίχνω μία ματιά γύρω. Η εκκλησία είναι γεμάτη κόσμο διαφόρων αποχρώσεων αλλά οι πιο πολλοί είναι νέοι. Δίπλα τους στέκονται παπάδες – φύλακες με τα όπλα στο χέρι. Ἆκούγονται ψαλμωδίες. Κοιτάω προς το «ιερό». Παπάδες δεν υπάρχουνε. Οι ψαλμωδίες έρχονται από μεγάφωνα. Πολλοί ψιθυρίζουν μεταξύ τους. Κάπου-κάπου πέφτουνε σφαλιάρες από τους παπάδες – φύλακες που ουρλιάζουνε «Σκασμός».

Οι ψαλμωδίες σταματάνε. Από τα μεγάφωνα ακούγονται οι πρώτες στροφές ενός τραγουδιού «γιε-γιε». Δεν μένει όμως πολύ. Ακούγεται βίαιο γρατζούνισμα βελόνας πικάπ πάνω σε πλάκα, ήχος δυνατής σφαλιάρας και μία οργισμένη φωνή παπἀ που λέει:

ΦΩΝΗ: Γαμώ την Παναγία σου, πάλι έκανες λάθος το δίσκο;

Κι αμέσως μετά οι ψαλμωδίες ξαναρχίζουν. Το εκκλησίασμα μένει βουβό. Σιγά-σιγά συνέρχεται. Μερικοί παπάδες ανάβουνε τσιγάρο.

Μία κοπέλα απέναντί μου, βγάζει τα τσιγάρα της και ρωτάει τον παπά-φύλακα

ΚΟΠΕΛΑ: Ν’ ανάψω;

ΠΑΠΠΑΣ 1: (ουρλιάζοντας) Όχι!  Δεν ξές πως απαγορεύεται;

Η κοπέλα λουφάζει.

Πλησιάζω τον παπά-φύλακά μου και σηκώνοντας το δεξί μου χέρι σαν τους μαθητές του Δημοτικού και με ευγένεια στη φωνή, ρωτάω.

ΕΓΩ: Παρακαλώ, μπορώ να πάω στο μέρος;

 ΠΑΠΠΑΣ 2: (χωρίς να κουνηθεί) Πρώτη πόρτα δεξιά.

 ΕΓΩ: Ευχαριστώ!

Κάνω στροφή και προχωράω προς το ιερό. Κοντά στη δεξιά πόρτα του ιερού είναι μία άλλη που βγάζει έξω.  Εκεί πηγαίνω. Στέκεται εκεί φύλακας ένας παπάς. Με κοιτάει βλοσυρά. Σταματάω.

ΕΓΩ: Παρακαλώ, θα ήθελα να πάω στην τουαλέτα. Μπορώ να βγω;

ΠΑΠΠΑΣ 3: Απαγορεύεται!

ΕΓΩ: Μα μου έδωσε άδεια ο Παππάς…

ΠΑΠΠΑΣ 3: Είπα, απαγορεύεται!

ΕΓΩ: Μα θα τα κάνω…

 ΠΑΠΠΑΣ 3: (οργισμένος) Σκάσε και στρίβε!

 Υπάκουα κάνω στροφή. Μονολογώ.

 ΕΓΩ: Φαίνεται, θάκανα λάθος την πόρτα.

Κοιτάω προς το «ιερό».  Βλέπω τη δεξιά του πόρτα. Δεν την φυλάει κανένας. Προχωράω και την ανοίγω.

ΣΚΗΝΗ 6

ΒΡΑΔΥ –ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ

Μεγάλη ημιυπόγεια αίθουσα. Κοντά στον ένα τοίχο, καμιά εικοσαριά «φλίπερς». Στον άλλο, έξι «ποδοσφαιράκια» και στη μέση τρία «μπιλιάρδα». Όλα αυτά τα παιχνίδια χειρίζονται παπάδες γενειοφόροι, που παίζουνε με μανία, έχοντας ανασηκώσει τα μανίκια των ράσων τους. Άλλοι παπάδες στέκονται και κοιτάνε τους άλλους που παίζουνε. Όλοι ανεξαιρέτως καπνίζουνε. Το δωμάτιο έχει φλομώσει από τους καπνούς. 

Σε μία γωνιά είναι ένας γυάλινος θάλαμος. Εκεί μέσα είναι ένας παπάς ξεμανίκωτος, παχουλός με καράφλα. Μπροστά του έχει ένα πικάπ και αρκετούς δίσκους. Πλάι του ένα μπουκάλι με ρετσίνα και ένα ποτηράκι. Κάθε τόσο γεμίζει το ποτηράκι και πίνει.

Ξέχασα να πω ότι όλοι αυτοί δεν είναι σκέτοι παπάδες. Έχουν κάποιο αξίωμα, αρχιμανδρίτες, μητροπολίτες και λοιπά.

 Μπαίνω από την πόρτα και την κλείνω. Στέκομαι ακίνητος. Τάχω χαμένα. Με βλέπει ένας αρχι- παπάς και πλησιάζει.  Σταματάει. Με κοιτάζει εξεταστικά. Κάνει έναν γύρο, γύρω μου, πάντα εξετάζοντας με.  Απότομα, σταματάει μπροστά μου. Απλώνει το χέρι μπροστά και ρωτάει:

ΑΡΧΙ –ΠΑΠΠΑΣ 1: Ξέρεις «φλιμπεράκι;»

ΕΓΩ: (Σβυσμένα) Όχι.

ΑΡΧΙ –ΠΑΠΠΑΣ 2: Ξέρεις «ποδοσφαιράκι;»

Γυρίζω το κεφάλι αριστερά. Είναι ένας άλλος παππάς στην ίδια στάση με τον προηγούμενο.

ΕΓΩ: (το ίδιο) Όχι.

ΑΡΧΙ –ΠΑΠΠΑΣ 3: Ξέρεις μπιλιάρδο;

Γυρίζω το κεφάλι δεξιά. Είναι ένας άλλος παππάς στην ίδια στάση με τον προηγούμενο.

ΕΓΩ: (το ίδιο) Όχι.

ΑΡΧΙ –ΠΑΠΠΑΣ 1: Τότε γιατί ήρθες;

ΕΓΩ: Θε… θέλω… να πάω στο «μέρος»

Γυρνάνε κι οι τρεις μ’ αποστροφή τα μούτρα και απομακρύνονται.

 Ένας άλλος παππάς που παίζει «φλίπερ» και κερδίζει παιχνίδια, γυρνάει, μου δείχνει μια πόρτα στο βάθος και μου λέει.

ΑΡΧΙ –ΠΑΠΠΑΣ 4: Εκεί.

Προχωράω μουδιασμένα προς τα εκεί. Ανοίγω την πόρτα και πέφτω στο κενό.

ΣΚΗΝΗ 7

Σκοτάδι.

Πέφτω στο κενό.

ΦΩΝΗ OFF ΑΡΧΙ ΠΑΠΑ 1: Το μαλάκα! Ξέχασε να πάρει τ’ αλεξίπτωτο.

Συνεχίζω να πέφτω.

ΣΚΗΝΗ 8

ΒΡΑΔΥ –ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ

Αποχωρητήριο. Έχει πόρτα. Δεν έχει παράθυρο. Είναι όλο άσπρο. Έχει μια λεκάνη και καζανάκι «Νιαγάρα». Κάτω, καλαθάκι για τα χαρτιά. Από πάνω του κρεμασμένο ένα βιβλίο ανοιχτό καρφωμένο στον τοίχο από το ένα του εξώφυλλο. Η Αγία Γραφή.

Στη λεκάνη ακριβώς έρχομαι και σκάω με τον κώλο και σφηνόνομαι. Κοιτάω σα χαζός γύρω μου. Σιγά –σιγά συνέρχομαι. Κάνω να βγω. Δεν μπορώ. Έχω σφηνώσει γερά. Αγωνίζομαι. Δεν καταφέρνω τίποτα. Κουνάω τα χέρια μου πάνω κάτω., από κάπου να πιαστώ, φωνάζοντας με δύναμη «βοήθεια». Καθώς κουνάω απελπισμένα τα χέρια, πιάνω το χερούλι του καζανακιού. Το τραβάω με δύναμη.

ΚΑΖΑΝΑΚΙ: (υπόκοφα)  Γκλούκ!

Και αμέσως μετά το «αλληλούια» του Χαίντελ.

Σιγα-σιγά ξεσφηνόνομαι και βγαίνω απ’τη λεκάνη με αργές κινήσεις.

Ανοίγω την πόρτα και βγαίνω έξω.

ΣΚΗΝΗ 9

ΒΡΑΔΙ – ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ

Ένας μακρύς, κάπου εκατό μέτρα διάδρομος, αριστερά και δεξιά πόρτες. Τα χρώματα είναι όλα άσπρα. Φωτίζεται μυστηριωδώς. Βρίσκομε στη μιαν άκρη του διαδρόμου. Η μουσική του Χαίντελ συνεχίζεται. Αφήνω ανοιχτή τη δική μου πόρτα και προχωράω κοιτάζοντας πότε δεξιά και πότε αριστερά τις άσπρες πόρτες. Οι αριστερά γράφουνε «Αίθουσα αναμονής» και οι δεξιές «WC Αίθουσα υπομονής». Διανύω έτσι όλο το διάδρομο. Φτάνω στην τελευταία πόρτα του διαδρόμου, φάτσα μου.

Απ έξω γράφει «ΘΕΟΣ». Την ανοίγω με ορμή και βρίσκομαι στο κενό.

ΣΚΗΝΗ 10

Χάος.

Πέφτω στο κενό.

Με συνοδεύει η μουσική του Χαίντελ.

Συνεχίζω να πέφτω.

ΣΚΗΝΗ 11

ΒΡΑΔΥ –ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ

Το ντεκόρ είναι ολόιδιο με της πρώτης σκηνής. Αυτή η σκηνή είναι συνέχεια της πρώτης.

Ερχόμενος από ψηλά, κωλοκάθομαι με φόρα στην καρέκλα που καθόμουνα στην πρώτη σκηνή.

ΦΙΛΟΣ: (Ρουφώντας τον καφέ του) Που ήσουνα;

ΕΓΩ: (αδιάφορα) Στην τουαλέτα.

Και ανάβω τσιγάρο.

ΤΕΛΟΣ

Αθήνα 29-5-67

Η ΦΑΜΠΡΙΚΟΥ

«Μην πεις κακό για φαμπρικού γιατί είναι αμαρτία». Αυτή είναι μια φράση που όλο και πιο συχνά εμφανίζεται σε ανακοινώσεις ή κείμενα για τη γυναικεία χειραφέτηση και τον γυναικείο συνδικαλισμό στην Ελλάδα στις αρχές του εικοστού αιώνα ως μαρτυρία για τις εργαζόμενες γυναίκες της εποχής.

Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για φράση αλλά για το στίχο ενός τραγουδιού που για πρώτη φορά ανέδειξε η δημοσιογράφος Αγγελική Ψαρρά σε ένα κείμενό της στο ένθετο της Καθημερινής «7 Ημέρες» (2 Μαίου 1999) αφιερωμένο στις εργαζόμενες γυναίκες.

Η κ. Ψαρρά παραθέτει το μεγαλύτερο μέρος της «ποιητικής δοκιμής» όπως το χαρακτηρίζει αλλά και την πηγή του, την αρχειομαρξιστική εφημερίδα «Πάλη των Τάξεων» (φύλλο της 14 Δεκεμβρίου 1933). Δεν αναφέρει όμως κανένα άλλο πληροφοριακό στοιχείο. Έτσι οι «ἁντιγραφείς» άλλοτε το εμφανίζουν ως ανώνυμο στιχούργημα και άλλοτε ως σύνθημα της εποχής.

Στην πραγματικότητα το «στιχούργημα» δεν είναι παρά ένα τραγούδι που έφτιαξαν συλλογικά οι νεαρές εργάτριες του κλωστηρίου  Κουτρούμη ή Χαντρούμη στα Θυμαράκια και περιλαμβάνεται στην επιστολή μιας νεαρής αρχειομαρξίστριας  εργάτριας.

Η εργάτρια καταγγέλλει το εξαντλητικό ωράριο εργασίας και τις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας από τις 6 το πρωί ώς τις 7.30 το βράδυ. «14 ώρες δουλειάς μέσα στη σκόνη και το μπαμπάκι που το αποτέλεσμα είναι να καταντάμε όλες φυματικές και μέχρι τώρα έχουν πεθάνει 12».

Οι εργάτριες για να «ξεσπάσουν τον πόνο τους», όπως γράφει, κάθονται και γράφουν τραγούδια. Και παραθέτει ένα από αυτά:

 Μην πεις κακό για φαμπρικού

γιατί είναι αμαρτία

γιατί την τρώει ο πάγκος της

και η ορθοστασία.

Ο Εγγλέζος (μηχανικός) είναι το χτικιό

Κι ο Χρήστος (το τσιράκι του) το μαράζι  

Κι ο Πίκρης (το αφεντικό) με το παπιγιόν

Μας τρώει με το «καθαρά» και «καθαρά»

Που όλο μας διατάζει.

Η φάμπρικα είναι το χτικιό

Κι η φάμπρικα είναι λαύρα

Κι η φάμπρικα μας έκανε

τα σωθικά μας μαύρα.

Η ΜΟΥΣΙΚΗ

Μετά από αυτή την αποκάλυψη το ερώτημα που γεννήθηκε ήταν αν ποτέ το τραγούδι είχε δισκογραφηθεί, αν και υπήρχε η υποψία ότι μάλλον μάλλον επρόκειτο  για στίχους που είχαν προσαρμοστεί σε κάποιο γνωστό τραγούδι.

Ο πιο κατάλληλος να δώσει απάντηση σε αυτό ήταν ο γνωστός σκηνοθέτης και μεγάλος ερευνητής του ρεμπέτικου τραγουδιού, Κώστας Φέρρης. Μια μικρή αναζήτηση και ο Κ. Φέρρης έδωσε την απάντηση. Οι στίχοι της Φαμπρικούς «κάθονται» απόλυτα πάνω στο τραγούδι του Γιώργου Μπάτη, Ο Θερμαστής!  

Οι εργάτριες του κλωστηρίου αντικατέστησαν τις λέξεις θάλασσα και φωτιά με τη φάμπρικα και το «προσωποποίησαν» προσθέτοντας στούς στίχους το αφεντικό με  τα τσιράκια του. Έτσι είχαν έτοιμο το τραγούδι τους!

Μα η φωτιά είναι φωτιά, /μα η φωτιά είναι λαύρα /κι η θάλασσα μου τα `κανε/τα σωθικά μου μαύρα, λέει ο Μπάτης στο τελευταίο κουπλέ.

Η φάμπρικα είναι το χτικιό /Κι η φάμπρικα είναι λαύρα /Κι η φάμπρικα μας έκανε /τα σωθικά μας μαύρα, λένε οι κοπέλες.

Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα. Το τραγούδι του Γ. Μπάτη φαίνεται να κυκλοφορεί το 1934 ενώ οι στίχοι των εργατριών, σύμφωνα με το γράμμα, τραγουδιούνται ήδη το Νοέμβριο του 1933. Ο Κ. Φέρρης δίνει την απάντηση:

«Το τραγούδι του Μπάτη κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1934, αλλά είχε φωνογραφηθεί το 1933, ίσως και παλαιότερα, γιατί η Εταιρία τα τραγούδια του Μπάτη τα «κρατούσε» για αρκετόν καιρό στα συρτάρια της, τα εύρισκε… «τολμηρά». Όμως ο Μπάτης τα τραγουδούσε από παλιά στις περιπλανήσεις του, στις ταβέρνες και τους καφενέδες, στα μπορντέλα και γύρω από τα «εργοστάσια» με τα «καλά κορίτσια».

Αυτή είναι η πρωτότυπη εκτέλεση του Θερμαστή από Γιώργο Μπάτη

Κι όπως τραγουδήθηκε στο Ονείρου Ελλάς του Κώστα Φέρρη.

ΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

(μια παλιά ιστορία)

Με μια  απότομη κίνηση τίναξε από πάνω του μια ενοχλητική σταγόνα βροχής. Είχε την αίσθηση πως αυτό το υγρό μπαλάκι ασχήμαινε την εμφάνισή του.

Το λουλούδι του χειμώνα ήταν όμορφο και το ήξερε. Κι απολάμβανε τη μοναδικότητά του στο πλατύ καταπράσινο λιβάδι. Αυτό, ένα μικρό μωβ κόσμημα!

Ξαφνικά,  μια δυνατή βροχή που την οδηγούσαν δυο τρεις μανιασμένοι άνεμοι, έπεσε στη πόλη.

  • Μάζεψε γρήγορα τα πράματα, φώναξε, σχεδόν με θυμό, ο ηλικιωμένος κύριος στον περιπτερά της πλατείας. Δε βλέπεις τι έρχεται;

Οι χοντρές στάλες άρχισαν ήδη να μουσκεύουν τα πάντα, πρώτα τις παχιές κυριακάτικες εφημερίδες που ήταν απλωμένες παντού και μετά τα περιοδικά.

Οι κυριακάτικοι νωχελικοί ρυθμοί αναστατώθηκαν. Τα βαριά σκούρα σύννεφα σκέπαζαν ήδη όλο το ορατό κομμάτι του ουρανού. Έκρυψαν και το φως και το ημίφως που απλώθηκε σαν απειλή έμοιαζε.

Οι διαθέσεις των ανθρώπων άλλαξαν κι αυτές καθώς έτρεχαν να προφυλαχθούν και να σώσουν το στεγνό τους δέρμα.

Οι εφημερίδες κι οι ειδήσεις τους έμοιαζαν με μακρινό παρελθόν. Απούλητες θα έμεναν.

Τα γκρίζα σύννεφα κινήθηκαν στη συνέχεια με ταχύτητα προς την εξοχή.

Το μοναχικό λουλούδι του χειμώνα τα είδε να έρχονται από μακριά. Σχεδόν σέρνονταν στη γη. Μακριά ακούγονταν και βροντές. Ανατρίχιασε. Ετοιμάζονταν υποστεί έναν βίαιο υδάτινο καταιγισμό που σίγουρα θα προκαλούσε ανεπανόρθωτες βλάβες στην ευαίσθητη μορφή του.

-Άλλη μια άσχημη μέρα, είπε, κι έκλεισε τα μάτια γιατί άλλο δεν μπορούσε να κάνει.

Πέρασε λίγη ώρα αλλά σταγόνα πάνω του δεν έπεσε. Μόνο μια παράξενη  ψύχρα το είχε κυκλώσει. Αποτόλμησε να ανοίξει δειλά τα μάτια. Ένα σκούρο, πολύ σκούρο, μικρό σύννεφο το είχε σκεπάσει. Φαινόταν σαν να το προστάτευε από τη δυνατή μπόρα. Παράξενο και παράλογο μαζί.

Ένοιωσε μια απίστευτη γαλήνη που κόπηκε απότομα όμως από μια δυνατή, βραχνή, κάπως μεταλλική φωνή που ερχόταν από πάνω:

– Θέλεις να γίνεις το τερατάκι μου; 

Το λουλούδι του χειμώνα πάγωσε. Το μαύρο σύννεφο του μιλούσε. Αλλά τι του έλεγε; Δεν κατάλαβε. Είναι δυνατόν να αποκαλεί εμένα,  την ομορφιά του χειμώνα, τέρας; Είτε το σύννεφο έχει κάποιο πρόβλημα στην άρθρωση είτε μιλάει μια άγνωστη γλώσσα, σκέφτηκε.

Το μαύρο σύννεφο, που προφανώς κατάλαβε το πρόβλημα, επανέλαβε με την ίδια βραχνή, μεταλλική φωνή, την ίδια φράση, τονίζοντας καθαρά μια μια τις συλλαβές:

  • Θέ-λεις να γί-νεις το τε-ρα-τά-κι μου;

Το λουλούδι έμεινε άναυδο και άλαλο. Δεν υπήρχε περίπτωση παρερμηνείας.

  • Όλοι έχουν το τερατάκι τους. Μόνο εγώ δεν έχω, συνέχισε το σύννεφο. Και με κοροϊδεύουν.

Η φωνή του τώρα δεν ήταν άγρια. Παρακλητική μάλλον θα την χαρακτήριζες. Το λουλούδι αναθάρρησε και άρχισε να σκέφτεται γρήγορα. Τι ακριβώς άραγε του ζητούσε;

Η λέξη «τερατάκι» σίγουρα είχε άλλο νόημα. Συμβαίνει συχνά αυτό το περίεργο παιχνίδι με τις λέξεις, είχε ακούσει να λένε κάποιοι νεαροί του έκοβαν βόλτες στο λιβαδάκι. Όταν έχεις να εκφράσεις βαθιά και έντονα συναισθήματα συμβαίνει να μην βρίσκεις τις κατάλληλες λέξεις. Η γλώσσα εκείνη τη στιγμή, οποιαδήποτε γλώσσα,  αποδεικνύεται πολύ φτωχή. Σα να λείπουν λέξεις. Και μοιραία, γίνονται λάθη.

Έτσι και τώρα. Αυτά που έλεγε το σύννεφο είχαν σίγουρα άλλο νόημα. Ποιο όμως;

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τις σκέψεις του κι ένας δυνατός άνεμος πήρε όλα τα σύννεφα μακριά. Μαζί, υποχρεώθηκε να φύγει και το μαύρο συννεφάκι. Οι άνθρωποι ανάσαναν. Το λουλούδι, παράδοξο, το πέρασμα του σύννεφου το ένοιωσε σαν τρυφερό χάδι.

Οι μέρες κι οι μήνες πέρασαν και το μαύρο σύννεφο δεν ξαναφάνηκε.

Το λουλούδι του χειμώνα στεναχωρήθηκε γιατί εντός του έμεινε ένα απροσδιόριστο συναίσθημα, για την ακρίβεια ένα κενό. Μάλλον ήταν κάτι που δεν προλάβε να γεννηθεί. Ζούσε με την κρυφή ελπίδα ότι το μαύρο σύννεφο μπορούσε πάλι να φανεί. Κι έτσι το κενό να αποκτήσει κάποιο περιεχόμενο. Είναι άσχημο στη ζωή να μένουν κενά. Αλλά το μαύρο σύννεφο δεν ξανάρθε.

Χάθηκε για πάντα πίσω από τα βουνά. Έφυγε σ άλλες χώρες, άλλες ηπείρους. Τα σύννεφα ταξιδεύουν πολύ.

Ήρθε το καλοκαίρι. Ο ήλιος έκαιγε πια. Το λουλούδι του χειμώνα ετοίμασε την επιστροφή του στη γη. Πέταξε μακριά τα μωβ άνθη και το πράσινο φύλλωμα. Ο μίσχος του ξεράθηκε κι η καρδιά του κουλουριάστηκε στο βολβό του μέσα στη γη που του πρόσφερε δροσιά και προστασία. Ήξερε ότι με τις πρώτες σταγόνες βροχής θα άνθιζε και πάλι.

Έτσι κι έγινε.

Τις πρώτες μέρες του Οκτώβρη οι ρίζες του άρχισαν να απλώνουν, ο μίσχος του με απίθανη ορμή βγήκε από τη γη. Αυτή τη χρονιά ένοιωθε μια παράξενη δύναμη που ερχόταν απ το χώμα. Το κορμάκι του ανέβηκε ψηλότερα  από κάθε άλλη φορά. Άνθισε και πήρε πάλι ένα λαμπρό μωβ χρώμα, πιο φωτεινό όμως. Τώρα έμοιαζε πιο όμορφο αλλά και πιο μοναχικό στο καταπράσινο λιβάδι.

Η ηλικιωμένος κύριος πήρε μια κυριακάτικη εφημερίδα και είπε στον περιπτερά της πλατείας.

– Λες να έχουμε και φέτος τις περσινές βροχές; Βρίζουμε για τις καταστροφές που προκαλούν αλλά τελικά κάνουν καλό στη γη.

Το λουλούδι του χειμώνα ένοιωσε κάτι να του γαργαλά τα παγωμένα δάχτυλα των ποδιών. Κι άκουσε, να βγαίνει μέσα από τη γη, μια βραχνή, κάπως μεταλλική, φωνή:

  • Καλημέρα τερατάκι!

(29-30 Δεκεμβρίου 2002)

Για τον ΤΙΜΟ ΒΙΤΣΩΡΗ (1904-1941)

Ο Τίμος Βιτσώρης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1904.  Γονείς του ήταν ο Αλέξανδρος Βιτσώρης (1850-1911) και η Αικατερίνη Βανδή (1873-1943). Αδέλφια του, ο Γιώργος γεννημένος  το 1899, ο Δημήτρης (Μίμης) το 1902, και τα κορίτσια Έμμα (1900), Μαρία (1908) και Θηρεσία (1911).  

Μετά το θάνατο του πατέρα το 1911, τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας μετακινήθηκαν στην Αθήνα και εγκαταστάθηκαν στην οδό Βείκου στο Κουκάκι. Ένα σπίτι που «τόσο πλούσια κατοίκησαν οι Μούσες», ὀπως λέει σε ένα ποίημα του ο Τίμος, καθώς όλα τα παιδιά ακολούθησαν το δρόμο της τέχνης.

Ο Τίμος Βιτσώρης σε όλη ζωή, που ήταν άλλωστε πολύ σύντομη, καθώς πέθανε το 1941, προσπάθησε να υπηρετήσει τόσο την τέχνη (ποίηση το θέατρο) όσο και το νεογέννητο εργατικό κίνημα.

Η ανιψιά του Ελένη Ελευθερία  Χατζημιχαηλίδου γράφει γι αυτόν στο πρόλογο του βιβλίου «Δημήτρης Βιτσώρης (1902 – 1945)»:  «Με τον καιρό μεγάλωσε κι ο θείος μου ο Τίμος. Εξελίχθηκε σε ένα πολύ ζωηρό και ατίθασο αγόρι, που πριν καν ενηλικιωθεί,  ενεπλάκη σε κινήματα αριστερών οργανώσεων. Αυτές του οι ανησυχίες, έγιναν αιτία να μπαινοβγαίνει στις φυλακές. Εκεί περνούσε τον καιρό του, γράφοντας ποιήματα και θεατρικά κείμενα.»  

Το 1923, σε ηλικία 19 ετών, εντοπίζεται δημοσιευμένο το πρώτο ποίημά του με τίτλο «Πώρωση» στο βραχύβιο φιλολογικό περιοδικό «Βίγλα» του Μεσολογγίου. Πιθανόν την ίδια χρονιά να ξεκίνησε και τις σπουδές θεάτρου ακολουθώντας το δρόμο του μεγαλύτερου αδελφού του Γιώργου.

Παράλληλα όμως ξεκίνησε και η έντονη πολιτική δράση. Για πρώτη φορά συλλαμβάνεται στην απαγορευμένη διαδήλωση της Πρωτομαγιάς του 1924. Ήταν ο γιορτασμός που για πρώτη φορά συνοδεύτηκε από εκτεταμένες συγκρούσεις των απεργών με τις δυνάμεις καταστολής. Σε αυτή τη διαδήλωση σκοτώθηκε από χτύπημα ξιφολόγχης στο κεφάλι ο εργάτης Σωτήρης Παρασκευαΐδης. Ήταν ο πρώτος έλληνας εργάτης που έπεφτε νεκρός σε πρωτομαγιάτικη κινητοποίηση.

Ανάμεσα στους συλληφθέντες ήταν οι επικεφαλής του ΕΚΑ Ιωάννης Τσατσάκος και Δημήτρης Βελένζας, ο Σεραφείμ Μάξιμος, μέλος της Κ.Ε. του ΣΕΚΕ(Κ), ο συγγραφέας και αρχισυντάκτης του Ριζοσπάστη, Πέτρος Πικρός, ο φοιτητής Λευτέρης Αποστόλου και ο Τίμος Βιτσώρης.

Την ίδια χρονιά όμως έχουμε και την πρώτη συμμετοχή του στο θέατρο. Τον εντοπίζουμε  στις 26 Αυγούστου 1924 στη διανομή του «Πλούτου» του Αριστοφάνη που ανέβηκε από το Θίασο των Νέων στο Θέατρο Παγκρατίου. Την ίδια άλλωστε χρονιά, λίγους μήνες νωρίτερα όμως,  ξεκίνησε και η θεατρική καριέρα του αδελφού του Γιώργου με τον ίδιο θίασο.

Πορτραίτο του Τίμου Βιτσώρη από τον αδελφό του Μίμη.

Ο θίασος των Νέων στο Παγκράτι αποτελούνταν από αποφοίτους δραματικών σχολών που συνασπίστηκαν δημιουργώντας έναν θίασο συνόλου χωρίς πρωταγωνιστές με μια διαφορετική αντίληψη για το θέατρο, ως ένα ειρηνικό κίνημα σε μια εποχή που ταράσσονταν από πολιτικοστρατιωτικά κινήματα.  

Ένα χρόνο αργότερα, το 1925 έχουμε τη δεύτερη σύλληψη του, αυτή τη φορά στη Θεσσαλονίκη. Ο Τίμος Βιτσώρης βρίσκεται κατηγορούμενος μαζί με έντεκα στελέχη του ΚΚΕ στην πρώτη δίκη «επί εσχάτη προδοσία» για το σύνθημα της αυτονόμησης Μακεδονίας – Θράκης. Ο Βιτσώρης ήταν ομιλητής  σε μια εκδήλωση στο Σκαίτινγκ όπου εμφανίστηκε ως εκπρόσωπος της  Ένωσης Παλαιών Πολεμιστών Θεσσαλονίκης. Η δίκη στο Γ’ Διαρκές Στρατοδικείο έγινε στις 31 Μαΐου και 1 Ιουνίου 1925.

Ο Ριζοσπάστης, στο φύλλο της 16 Ιουνίου 1925, δημοσιεύει την απολογία του Τίμου Βιτσώρη, όπως αυτή καταγράφηκε δημοσιογραφικά, αποκαλυπτική όμως για τις πολιτικές θέσεις του νεαρού ηθοποιού την εποχή εκείνη:

«΄Οπως απ’ τη διαδικασία φάνηκε, στη συγκέντρωση του Σκαίτινγκ ωμίλησα εκ μέρους της Ε.Π.Π. Θεσσαλονίκης μολονότι δεν έχω χρηματίσει στρατιώτης. Δυο λόγια για το ζήτημα αυτό. Ενεργώντας έτσι, ενήργησα ως υπάλληλος της Ενώσεως, δηλ. ως ειδικός γραμματεύς που ήμουν.

Ανεξάρτητα όμως μ’ αυτό, είμαι μέλος της Ομοσπονδίας των Κομμουνιστικών Νεολαιών της Ελλάδος και σαν τέτοιο δεν μπορούσα παρά να υιοθετώ όλα τα συνθήματα που το Κόμμα μου ρίχνει.

Στην κατάθεσήν μου, την οποίαν επανειλημμένως επικαλέσθη ο κ. Πρόεδρος του Στρατοδικείου, είπα ότι μ’όλο που δε μίλησα για ανεξαρτησία Μακεδονίας και Θράκης στο Σκαίτιγκ, ως τόσο υιοθετώ και προπαγανδίζω το σύνθημα αυτό παντού και πάντα.

Ένα τέτοιο, μ’ όλο που θα χτύπησε άσκημα στ’ αυτιά των κυρίων στρατοδικών που θα ήθελαν τους νέους κομμουνιστάς να δειλιούν μπρος στις ιδέες τους, δεν μπορεί κατά τη γνώμη μου να στηρίξη κατηγορητήριο.

Είμαι νέος και σαν τέτοιος έχω καθήκον να εργασθώ για την κοινωνία της αύριο, που ο κοσμάκης μέσα στην απόγνωσή του περιμένει. Και την κοινωνία αυτή μονάχα το Κομμ. Κόμμα θα την πραγματοποιήση. Μήπως δεν έχω δικαίωμα να μιλήσω για εθνικό ζήτημα επειδή δεν θυσιάστηκα ως τα τώρα στα πεδία των μαχών, δηλαδή στο βωμό του Ιμπεριαλισμού;

Σας ερωτώ, που πάνω στηρίζει σήμερα το σχέδιό του το κατακτητικό αυτό το τέρας, αν όχι στις μάζες των νέων εργατών και αγροτών;

Σα νέος λοιπόν, σα μελλοντικό σφάγιο στα χέρια του μακελλάρη  ιμπεριαλισμού δε θα παύσω να είμαι κατά του πολέμου και συνεπώς να ζητώ και την ανεξαρτησία της Μακεδονίας, το μήλο αυτό της έριδος των Βαλκανικών μπουρζουαζιών και του ξένου καταχτητού.

Το στρατοδικείο αθώωσε τους Γεωργάκη και Μακρόπουλο ενώ καταδίκασε τους Παπαδόπουλο, Παπανικολάου, Σαπόρτα και Χαΐνογλου σε 18 χρόνια και τους Βιτσιώρη, Κουρτίδη, Μαραγκό, Ντούβα και Αγγελούκα σε 12 χρόνια φυλακή.Μετά από κάποιο διάστημα οι καταδικασμένοι αμνηστεύτηκαν.   

Μετά την αποφυλάκισή του συνέχισε τη συνεργασία του με τον θίασο Νέων Παγκρατίου και το 1929 τον συναντάμε στη διανομή του έργου «Ο Καραγκιόζης», ένα σατυρικό δράμα του Θ.Ν. Συναδυνού.

Το 1931 έχουμε την πρώτη αλλά τελευταία κινηματογραφική του εμφάνιση του στην βουβή ταινία «Δάφνις και Χλόη» βασισμένη στο ομώνυμο ειδύλλιο του Λόγγου (3ος αι π.Χ) σε σενάριο και σκηνοθεσία του Ορέστη Λάσκου.

Ο Τίμος Βιτσώρης αναφέρεται ως συνεργάτης του περιοδικού «Η Νεολαία» (1922-36), όργανο της ΟΚΝΕ, άγνωστο όμως για πόσο χρονικό διάστημα.

Το 1934, από επιστολή του στον «Ριζοσπάστη», που συνυπογράφει με τους Δ. Καρναβά και Ιβανώφ, μαθαίνουμε ότι είναι εξόριστος στην Ανάφη. Εξ αιτίας μιας κρίσης έλκους του στομάχου έχει μεταφερθεί με τους συγκρατούμενούς του στο Δημοτικό Νοσοκομείο Σύρου. Στο νοσοκομείο βρίσκεται υπό αυστηρή επιτήρηση και δεν επιτρέπεται ούτε επισκεπτήριο. Με το γράμμα τους οι εξόριστοι, ζητούν  να μεταφερθούν στην Αθήνα για εγχείρηση και να μην επιστρέψουν στην εξορία.

Την περίοδο 1934 – 1936, τον βρίσκουμε μέλος της Καλλιτεχνικής Επιτροπής της «Ενωτικής Συνομοσπονδίας Ελλάδας», της οποίας γραμματέας ήταν ο Ηλίας Σιμόπουλος και μέλη, μαζί με τον Τίμο, οι Κώστας Βάρναλης, Γιάννης Ρίτσος, Μενέλαος Λουντέμης, Γιώργης Ζάρκος και Πέτρος Στυλίτης.

Τον Απρίλιο του 1938, πρωταγωνιστεί στο έργο του Χρύσανθου Γάιου «ΛΑΪΛΑ» που ανεβαίνει στο θέατρο ΑΛΙΚΗ  αλλά και σε μια έκτακτη παράσταση στον Παρνασό (3 Απριλίου) με το έργο «Η Άγνωστος» του Μπισό. Τον Ιούλιο του 1938 συμμετέχει σε έναν  νέο θίασο με την ονομασία «Συνεργασία Ελλήνων Καλλιτεχνών».

Το Δεκέμβριο του 1939 παίζει στο έργο «Αυτός είμαι» του Θ. Συναδινού που ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη στο θέατρο του Λευκού Πύργου από το Θίασο Νεοελληνικόν Θέατρον. Εδώ εμφανίζεται ως συνθιασάρχης μαζί με τους  Δελούδη και Προβελέγγιο.

Στις 9 Ιουνίου 1940 συμμετέχει στη διανομή του έργου του Ζ. Μπατάιγ, «Το παιδί της Αγάπης» με τον Τίτο Βανδή, που ανεβαίνει στον Παρνασσό. Ο Τίτος Βανδής είναι ξάδελφος από τη μεριά της μητέρας του, Αικατερίνης Βανδή.

Οι επανειλημμένες φυλακίσεις και εξορίες και προφανώς οι άθλιες συνθήκες ζωής τον καιρό της κατοχής,  τον οδήγησαν σε πρόωρο θάνατο το 1941 σε ηλικία μόλις 37 ετών.

Μετά το θάνατό του ο αδελφός του, ο ζωγράφος Μίμης Βιτσώρης, συγκέντρωσε όσα ποιήματά του βρήκε σκόρπια στα συρτάρια και τις τσέπες των ρούχων του με σκοπό να τα εκδώσει. Η εφημερίδα «Ελευθερία» έγραψε πως ο Μίμης σχεδίαζε να εικονογραφήσει το βιβλίο, αλλά τον πρόλαβε ο τραγικός του θάνατος (αυτοκτονία), τον Ιανουάριο του 1945.

Το Νοέμβριο 1945, με φροντίδα μελών της οικογένειας και φίλων, εκδίδεται τελικά το  βιβλίο μετα  ποιήματά με τίτλο «Στίχοι». Περιέχει 24 ποιήματα που συνοδεύονται από έναν πρόλογο και ένα σκίτσο του αδελφού του, Μίμη.

Το σύντομο κείμενο του Μίμη Βιτσώρη, ως νεκρολογία στον αδικοχαμένο αδελφό, κάνει  ταυτόχρονα έναν απολογισμό όλης του της ζωής και δράσης:

Ο Τίμος Βιτσώρης ξεκίνησε στη ζωή γεμάτος δυναμισμό και ωμορφιά, αλλά απάντησε ένα δρόμο βουτηγμένο στο σκοτάδι. Προχώρησε ερευνητής με συμπόνια και στοχασμό ζητώντας την αλήθεια εκείνη που θα φώτιζε τη ζωή. Μα γιγαντόνωνταν έτσι και πλήθαιναν τα ερωτηματικά. Κάποτε ζήτησε τουλάχιστον ένα σανίδι στο θέατρο να πατίση και να μεταδώση τις τόσο πλούσιες συγκινήσεις του, αλλά του το αρνήθηκαν όπως κάθε τι που ζητούσε ωραία και υπερήφανα. Τον βλέπουμε ν’απαρνιέται μια ζωή που την είδε να περνά μπροστά του μακάβρια, γιατί μέσα στο χάος δοκίμασε να χάνονται προσπάθειες αγνές, γενναίες, ιδανικές. Τόσο πλούσια προικισμένος απ’τη φύση σε κορμί και σε πνεύμα δέχεται στο όνειρο μιας αυριανής συνεπέστερης ζωής να σπαταλίση τη δική του βοηθώντας τους άλλους, έστω και μόνο με το πέρασμά του. Δεν έργάζεται για ανταλλάγματα. Ότι προσφέρει είναι βαθύτερη ανάγκη της ιδιότυπης ζωής του. Πέρασε από τη ζωή με το στήθος μπροστά και το κεφάλι πάντα ψηλά, ενώ δέχονταν σκληρά χτυπήματα, με μόνο σύντροφο στη μοναξιά του το στίχο. Κι ένα πρωί έδυσε όπως είχε ανατείλει αγνός, ωραίος, ανδρείος. Χαρά η στερνή του γαλήνη.

1941              Δ. Βιτσώρης.

Η κριτική του βιβλίου που παρουσιάζει ο Μ. Λαμπίρης στον «Ριζοσπάστη» (6/1/1946) δεν είναι θετική. «Υπάρχει ποιητική διάθεση χωρίς να ολοκληρώνεται σε ποίηση», γράφει. Ο δε Τίμος Βιτσώρης αναφέρεται απλά σαν «παλιός αγωνιστής». 

Το ποίημά του με τίτλο «Μανούλα το σπιτάκι μας» περιλαμβάνεται στην ανθολογία «Τα ωραιότερα ποιήματα για τη μάνα», που κυκλοφόρησε το 2007-8 από τις εκδόσεις Καστανιώτης.

Για το Γιώργο Βιτσώρη εδώ

ΕΝΑ ATEΛΕΙΩΤΟ ΦΛΑΣ ΜΠΑΚ ΓΙΑ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ

Ο Σταύρος στο περιβόητο Cafe Saint Claude (φωτογραφία Ν.Θ.)

(Ένα κείμενο με κάποιες λειψές αναμνήσεις που γράφτηκε λίγο μετά το θάνατο του Σταύρου Καπλανίδη για το αφιέρωμα που έκανε σ αυτόν το περιοδικό The Book’s Journal, Δεκέμβριος 2019)

Ήταν ένας δύσκολος αποχαιρετισμός. Όχι σαν κι αυτόν που συνέβη πενήντα χρόνια μετά. Αλλά κι αυτός, σκληρός ήταν.

Την προηγούμενη μέρα πρέπει να τα συμφωνήσαμε, ο Σταύρος κι εγώ. Ο Θόδωρος (που δεν τον έλεγαν ακόμα Τέο)  θα επέστρεφε στη Γερμανία. Δεν ξέρω αν είχε ήδη ξεκινήσει να δουλεύει για την τηλεόραση. Ήρθε στο Παρίσι για λίγες μέρες, να μας δει. Έμενε κι ο αδερφός του εκει, ο Μίμης ο ζωγράφος. Ο Σταύρος, ελέω μιας φιλενάδας, διέθετε αυτοκίνητο. Όχι «ντε σε βο»,  όπως όλοι οι ταλαίπωροι της δεκαετίας του 60 αλλά ένα γαλάζιο «φολκσβάγκεν», της κακιάς ώρας βέβαια που τσούλαγε όμως.

Ο Θόδωρος σκόπευε να γυρίσει στο Βερολίνο με ωτοστόπ –φράγκα δεν υπήρχαν. Σχεδίαζε να βγει στην άκρη της πόλης, μέχρι εκεί που έφτανε το μετρό και να δοκιμάσει την τύχη του με τους διερχόμενους. Το γυρίσαμε από δω, το γυρίσαμε από κει κι αποφασίσαμε να τον πάμε με τ’ αμάξι λίγο παραέξω, εκεί που θα είχε περισσότερες πιθανότητες να βρει κάποιον.

Για την ακρίβεια δεν ήταν εξυπηρέτηση προς αυτόν, προς εμάς ήταν. Μια παράταση της παραμονής μαζί του, δυο κουβέντες ακόμα, ένα αστείο, μια πλάκα… Ειδικά όταν έχεις περάσει τόσα μαζί σ εκείνα τα ανελέητα σοκάκια του Καρτιέ Λατέν, στα καφέ του Μονπαρνάς, στις πέτρινες όχθες του Σηκουάνα και στην Αλιάνς Φρανσέζ – την «πηγή των παρθένων»…

Είπα, είναι δύσκολη ιστορία οι αποχαιρετισμοί.

Έτσι, πρωί κάποια ώρα, χωρίς να βιαζόμαστε, ξεκινήσαμε. Κατεύθυνση προς ανατολάς. Ο καιρός καλός. Μάλλον άνοιξη.

…………………………………………….

Ο Σταύρος στο τιμόνι

Δεν είναι σίγουρο πως ήταν άνοιξη όταν κινήσαμε να συναντήσουμε το Σταύρο στο σπίτι που έμενε κάπου στο 9ο διαμέρισμα. Με τα πόδια φυσικά. Δεν υπήρχε περίπτωση να χαλάσουμε χρήματα για το Μετρό. Εδώ δε φτάναν να πάρουμε τη μηχανή…

Ποια μηχανή; Αφού είχαμε προσβληθεί από το μικρόβιο του σινεμά,  έπρεπε να αποχτήσουμε μηχανή λήψης. Πως θα γυρνάγαμε τις ταινίες μας;  Είχαμε εντοπίσει μια 16αρα, σε ένα μαγαζί στα μεγάλα μπουλβάρ. Μεταχειρισμένη βέβαια, χωρίς ιδιαίτερες αξιώσεις. Ρωτήσαμε, έκανε 200 φράγκα. Κάτι χρήματα είχα εγώ, κάτι ο Θόδωρος αλλά και πάλι δε φτάνανε. Μας λείπανε 40 φράγκα. Μόνη μας ελπίδα ο Σταύρος.

Υποσχέθηκε να μας δανείσει.  Αυτός κάτι είχε, ελέω μιας φιλενάδας, μάλλον της ίδιας αλλά μπορεί και άλλης, λεπτομέρεια άνευ σημασίας. Φτάνοντας σπίτι βγάζει και μας δίνει ένα δεκαδόλαρο. Όχι φράγκα, δολάρια! Άγνωστο που τα βρήκε αλλά ούτε και μας ένοιαζε. Μόνο που έπρεπε να τα «χαλάσουμε. Γι αυτό βρίζαμε.   Τότε τα «χάλαγαν» οι τράπεζες. Αλλά που να μπεις σε κείνα τα επιβλητικά χτίρια με τους βαριούς πολυελαίους κραδαίνοντας ένα πράσινο κωλοχαρτονόμισμα; Κοιτάξαμε να βρούμε την πιο «ταπεινή».

Τη βρήκαμε. Μικρή, σαν τα σημερινά ανταλλακτήρια. Μόνο που είχε αραβικό όνομα. Τόσο το καλύτερο. Μέσα τρία γκισέ, δυο υπάλληλοι. Δίνουμε το χαρτί και περιμένουμε. Ο Θόδωρος μου δείχνει τα ράφια πίσω από τους υπαλλήλους. Πανέρια ξέχειλα από χαρτονομίσματα, πολλά χαρτονομίσματα, πολύχρωμα, διαφόρων χωρών!

Πρώτο σοκ. Το δεύτερο έρχεται όταν στο διπλανό γκισέ εμφανίζονται από το πουθενά δυο κουστουμαρισμένοι. Έχουν μια μεγάλη τσάντα. Δεν θυμάμαι αν αντάλλαξαν κουβέντα άλλα άρχισε ένα περίεργο τελετουργικό. Ο υπάλληλος έβγαζε από κάπου ένα τούβλο χρυσού –όχι ράβδο, τούβλο – και γκαπ το ακούμπαγε στο γκισέ. Γκαπ, ο κουστουμαρισμένος το έπαιρνε και τόχωνε στην τσάντα. Δεν ξέρω πόσα γκαπ ακούστηκαν. Πολλά πάντως. Κι όταν γέμισε η τσάντα οι κουστουμαρισμένοι κάνουν στροφή και φεύγουν από μια πλαϊνή πόρτα. Μπαίνουν σε ένα μαύρο αυτοκίνητο και εξαφανίζονται. Κάτι σαν ληστεία!

Τρίτο σοκ. Ο υπάλληλος, αφού ξεμπέρδεψε με το χρυσό, απευθύνθηκε σε μας. Να μας δώσει τα 40 μίζερα φράγκα που αντιστοιχούσαν στα 10 δολλάρια. Κι αρχίζει να  μας δίνει 100, 200, 300… Κοιτάω το Θόδωρο. Νοιώθουμε ως Ζαν Πιερ Λεό  στα  «400 χτυπήματα» που βουτάει τη φωτογραφία από την προθήκη του σινεμά και το βάζει στα πόδια. Το ίδιο θα κάναμε μόλις τέλειωνε η τελετουργία.

Αλλά κει που πάει να μας δώσει το τελευταίο χαρτονόμισμα των 100, απλώνει το χέρι και τα παίρνει όλα πίσω. Μας σπρώχνει ψυχρά τέσσερα μίζερα δεκάφραγκα, όσα έπρεπε δηλαδή, και λέμε γεια. Αυτά ήταν τα 40 χτυπήματα! Η τύχη πάλι μας έφτυσε. Τέλος πάντων, η σκηνή κατεγράφη στη μνήμη, αποθηκεύτηκε στο φάκελο με τα «παράδοξα και άλλα περίεργα» και ξεχάστηκε γιατί σε λίγο η πολυπόθητη μηχανή, βρισκόταν στα χέρια μας!

Δεν θυμάμαι αν ποτέ επιστρέψαμε τα δανεικά στο Σταύρο. Αλλά κι αυτός ποτέ δεν τα ζήτησε. Άρα χρέος δεν υπάρχει!  Είτε παραγράφηκε, είτε ξεπληρώθηκε, καθαροί είμαστε. Οι καλές δουλειές κάνουν τους καλούς φίλους ή το αντίστροφο.

Ο Τέος δεξιά με το βαλιτσάκι της μηχανής στο χέρι.

…………………………………………………….

Το αυτοκίνητο τρέχει κι ο δρόμος φεύγει. Έχουμε βγει για τα καλά έξω  από την πόλη. Είναι εξοχή πλέον. Χωράφια αριστερά και δεξιά, δέντρα με πλούσια φυλλώματα. Καιρό είχα να βγω παραέξω. Νομίζω πως η τελευταία φορά ήταν πάλι με το  Σταύρο και το ίδιο αυτοκίνητο. Πήγαμε στη Ville-d’Avray. Μια Κυριακή με χιόνι και πολύ κρύο. Γιατί στη Ville-d’Avray; Γιατί μας είχε στοιχειώσει η ταινία του Σερζ Μπουργκινιόν «Les Dimanches de Ville d’Avray». Είχε πάρει και Oscar καλύτερης ξένης ταινίας. Έπρεπε να δούμε οπωσδήποτε τη λίμνη. Μαζί είχαμε και τον Τσάρλι. Ο Τσάρλι ήταν ο μαύρος γάτος μου, αγορασμένος φράγκα 30 από τα μαγαζιά  της quai de la Mégisserie – οι μαύροι ήταν οι πιο φτηνοί, δεν ξέρω γιατί.

Στη λίμνη σπάγαμε κομμάτια πάγο και τα στέλναμε με δύναμη να κυλήσουν στην λεία επιφάνεια του παγωμένου νερού. Κι από την τριβή έβγαινε μια θεϊκή μουσική που χάνονταν στο γυμνό δάσος. Ακόμα την ακούω…

Στη Ville d’Avray. Το όνομα της γυναίκας στη μέση δεν το θυμάμαι.

Μήπως να σταματήσουμε εδώ; Μπα, δε φαίνεται καλό μέρος. Αυτοί που περνάνε πάνε σε κοντινές αποστάσεις. Πάμε παραπέρα. Και συνεχίσαμε την κουβέντα. Τι λέγαμε, δε θυμάμαι.  Είχαμε πάρα πολλά να πούμε, είχαν συσσωρευτεί τόσα εκείνα τα περίεργα χρόνια του 68 και του 69.  Μπορεί να κάναμε και σχέδια που ξέραμε πως δε θα υλοποιηθούν γιατί απλά ήταν παράτολμα. Αλλά τα σχέδια δεν στοιχίζουν. Τουλάχιστον φανερά. Εντάξει, τα πληρώνεις αργότερα. Με καθυστέρηση. Και με τόκο. Αλλά πες μου, ζεις χωρίς όνειρα;

…………………………………………………..

Από τα γυρίσματα της ταινίας του Αντρέα.

Κοίτα να δεις ένα περίεργο. Είχαμε γνωρίσει ένα παιδί, έναν Έλληνα, δεν ξέρω πως κατέληξε στο Παρίσι. Αντρέα τον έλεγαν. Μάλλον ήταν γκαρσόνι και ήθελε να φύγει από το μαγκανοπήγαδο των ανήλιαγων εστιατορίων με την έντονη μυρωδιά καμένου σπορέλαιου. Έτσι σκέφτηκε να σπουδάσει κινηματογράφο, να γίνει καμεραμάν. Άλλες φιλοδοξίες, καλλιτεχνικές δηλαδή, δεν είχε.

Είχε γραφτεί σε μια ιδιωτική σχολή κι έφτασε στο δίπλωμα. Χρειαζόταν να παρουσιάσει μια εργασία, μια μικρή ταινία. Αναλάβαμε ο Σταύρος κι εγώ να τον βοηθήσουμε. Μηχανή είχαμε, αυτή με τα 200 φράγκα, φτιάξαμε ένα σενάριο, ανέλαβα τη σκηνοθεσία κι ο Σταύρος να παίξει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Έτσι  κι αλλιώς δεύτερος δεν υπήρχε.

Το σενάριο απλό. Άλλωστε μόνο μια μικρή μπομπίνα αρνητικό ασπρόμαυρο μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε. Μήκος 30 μέτρα, διάρκεια 2.30 λεπτά. Καταλαβαίνω, αυτές είναι λεπτομέρειες που δε λένε τίποτα στο σημερινό αναγνώστη. Λεπτομέρειες ζωής ή θανάτου για μας τότε. Γιατί δεν ξέρει πόσο κόστιζε το φιλμ και πόσους χτύπους έκανε η καρδιά όταν άκουγε το φιλμ να ρολλάρει μέσα στη μηχανή λήψης. 24 καρέ το δευτερόλεπτο «έτρωγε» η μηχανή, άλλους τόσους παλμούς η καρδιά μας. Το δευτερόλεπτο ρε φίλε!

Το σενάριο ήταν η ιστορία ενός νεαρού σκηνοθέτη που έχει κάνει μια ταινία. Παίρνει παραμάσχαλα τη μπομπίνα και πάει να την πουλήσει στην τηλεόραση. Την απορρίπτουν όμως. Απογοητευμένος βγαίνει από το μεγάλο χτίριο. Απέναντι ο Σηκουάνας, το ποτάμι. Κατεβαίνει  κάτω, στην Αλέα των Κύκνων, ένα στενόμακρο νησάκι, σκέφτεται λίγο και μετά δίνει μια και πετάει στα θολά νερά το έργο του. Το πλάνο βγήκε με τη μία. Έτσι κι αλλιώς δεύτερο κουτί φιλμ δεν είχαμε. Μπράβο Σταύρο! 

Έχω τραβήξει και φωτογραφίες του Σταύρου απ αυτή την ιστορία, στον πρώτο και μάλλον μοναδικό ρόλο στην καριέρα του. Κάθε φορά που τις κοιτάω αναρωτιέμαι γιατί διαλέξαμε αυτό το σενάριο. Αφού ακόμα στην αρχή είμασταν, ταινία να πλασάρουμε δεν είχαμε, απόρριψη δεν είχαμε γνωρίσει. Γιατί η απογοήτευση; Μήπως για να ξορκίσουμε το μέλλον;

…………………………………………….

Στο βάθος ο Σταύρος

Στο μεταξύ το γαλάζιο φολκσβάγκεν τρώει ανελέητα τα χιλιόμετρα και φέρνει όλο πιο κοντά το τέλος της αλλοπρόσαλλης εκδρομής και την αναπόφευκτη στιγμή του αποχωρισμού. Και τότε, δεν θυμάμαι ποιος, κάνει τη μεγάλη ανακάλυψη: πεινάμε! Μεγάλη εφεύρεση η πείνα. Μέχρι και επαναστάσεις έχει κάνει.

Είμασταν κοντά σε ένα χωριό. Στροφή αριστερά και βγαίνουμε από τον αυτοκινητόδρομο. Το χωριό μοιάζει ξεχασμένο από το χρόνο, στο Μεσαίωνα και κάτι. Σταματάμε στην πλατεία, όπου και τα μαγαζιά, να κάνουμε προμήθειες.  Από το φούρνο μια μπαγκέτα κι από το μπακάλη τυρί, μάλλον γκρυγιέρ, καμαμπέρ αποκλείεται. (Καμαμπέρ που βρώμαγε μόνο ο Σταύρος έτρωγε. Εμείς δεν είχαμε ακόμα εξασκήσει τον ουρανίσκο μας σε τόσο λεπτές γεύσεις.) Και φυσικά ένα μπουκάλι κρασί. Το τυπικό γεύμα ενός κλοσάρ! Τριών κλοσάρ.

Με τα φαγιά υπό μάλης κατευθυνθήκαμε στην όχθη του ποταμιού. Τα απλώσαμε στο γρασίδι και έγινε αυτό που φαντάζεται ο καθένας. Ένα πικ νικ εξαιρετικό. Δίπλα, το ποτάμι να ρέει, στη γέφυρα τα αυτοκίνητα να κυλούν κι η ζωή να έχει σταματήσει στον Jean Renoir και την ημιτελή ταινία του Partie de campagne (1936) – άμεση αναφορά στον διάσημο πίνακα του πατέρα του Auguste Renoir. Αν και πιστεύω ότι η παρέα θα προτιμούσε ως σημείο αναφοράς γι αυτή τη σεκάνς στις όχθες του Μάρνη, την «Αταλάντη» του αναρχικού Ζαν Βιγκό.

Όση η διάρκεια μιας ταινίας μεσαίου μήκους άλλο τόσο κράτησε αυτό το διάλειμμα. Κι ήρθε το τέλος που τόσο αναβάλαμε. Αφήνουμε το Θόδωρο εκεί στην άκρη του δρόμου να αναζητήσει μόνος πλέον την τύχη του. Γιατί δεν  περιμένουμε μαζί του; Γιατἰ κανείς δεν θα σταματήσει βλέποντας τρεις μαντράχαλους να κάνουν ότο στοπ. Ένας μόνος του, έχει περισσότερες πιθανότητες. Οπότε, για μια ακόμα φορά, ο  ρεαλισμός νικά τα αισθήματα. Λέμε γεια και γυρίζουμε, ο Σταύρος κι εγώ, ηττημένοι πίσω. Με το μυαλό όμως στη ρεβάνς.

Ο Σταύρος πήρε τη ρεβάνς λίγο αργότερα φεύγοντας για τη Γερμανία να κάνει μια νέα αρχή με τον Θόδωρο στο Βερολίνο.  Εκεί που θα συναντήσει τη Χάνα, την αδελφή της Μόνικα, και θ’ αρχίσουν ιστορίες που άλλοι θα αφηγηθούν.

………………………………………….

Κάπως έτσι παρασύραμε  το Σταύρο στο δρόμο του σινεμά. Κι αυτός,  ήταν ο μόνος από τους τρεις που τον ακολούθησε με απόλυτη συνέπεια. Οι άλλοι, κάπου παραστρατήσαμε, κάποια άλλα μονοπάτια πήραμε, χωρίσαμε, χαθήκαμε, ξαναβρεθήκαμε και πάλι χαθήκαμε στον «ανεμοστρόβιλο της ζωής» που λέει το τραγούδι….

Εδώ ακριβώς μπαίνει μουσική. Μια κιθάρα και μετά η υπέροχη φωνή της  Ζαν Μπορώ στο «Ζιλ και Τζιμ» του Τρυφώ (βρες το κομμάτι στο youtube και βάλτο να παίξει δυνατά-Le Tourbillon de la vie είναι στα γαλλικά) :

On s’est connu, on s’est reconnu

On s’est perdu de vue, on s’est r’perdu de vue

On s’est retrouvé, on s’est séparé

Puis on s’est réchauffé

Ναι, ο Σταύρος κόλλησε. Γιατί το σινεμά, όπως μούλεγε ο Βίλλυ, ο μηχανικός προβολής (Γουλιέλμος Σουβενέλ το όνομα στην ταυτότητα, Γουλιέλμος Σφέρτσνερ το πραγματικό, άλλη ιστορία κι αυτή) γιατί το σινεμά είναι σαν ναρκωτικό. Έτσι και μπεις, δεν βγαίνεις  εύκολα. Μήπως κι εμείς ξεκολλήσαμε; Όχι. Απλά δοκιμάσαμε κι άλλες «ουσίες». Ο Σταύρος όχι.

Να νοιώθουμε ενοχές ή να χαιρόμαστε που τον παρασύραμε τότε; Δεν ξέρω.

Α, ρε Σταύρο!

ΝΙΚΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ

Τελευταία φωτογραφία μαζί σε μια εκδήλωση για τον Τέο στα Εξάρχεια. (φωτογραφία Χαρά Πελεκάνου)

Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΒΙΕΝΝΗ

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο Docville που κυκλοφορεί με το Documento στις 17/11/2019 με άλλη εικονογράφηση)

Ο «τυπικός» επισκέπτης της Αυστριακής πρωτεύουσας θα φτάσει στην πόλη έχοντας στα αυτιά του τις γλυκές μελωδίες των Μότσαρτ και Στράους – οι αεροπορικές εταιρίες φροντίζουν γι αυτό! Θα περιπλανηθεί στον επιβλητικό ναό του Αγίου Στεφάνου και του φαρδείς πεζόδρομους του ιστορικού κέντρου της πόλης κι αυτόματα θα μεταφερθεί στην αριστοκρατική Βιέννη της μεγάλης Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Λες και δεν συνέβη ποτέ ένας παγκόσμιος πόλεμος που τη διέλυσε.

Σ αυτό βοηθούν τα καλοδιατηρημένα παλάτια με κυρίαρχο αυτό της Ελισάβετ, αυτοκράτειρας της Αυστρίας και βασίλισσα της Ουγγαρίας, συζύγου του Φραγκίσκου Ιωσήφ Α’ της Αυστρίας, μέλος του βασιλικού Βαυαρικού Οίκου των Βίττελσμπαχ, γνωστή σε μας με το υποκοριστικό «Σίσι», τα μεγαλοπρεπή κτίρια των αριστοκρατών, οι εντυπωσιακές στοές, οι δεκάδες άμαξες της εποχής κι οι πλασιέδες των θεαμάτων όπερας με τις ταλαιπωρημένες στολές εποχής και τις αστείες περούκες που εντυπωσιάζουν τους τουρίστες.

Αν μάλιστα πιεί μια ζεστή σοκολάτα σε ένα παλιό καφέ με ξύλινο πάτωμα και τις προτομές των ιδρυτών του σε περίοπτη θέση και γευτεί το πατροπαράδο διπλό σνίτσελ φεύγει με τη βεβαιότητα ότι η Βιέννη ἐτσι ήταν πάντα! Μια πόλη αριστοκρατική που προσφέρει πολυτελή, ήρεμη και άνετη ζωή στους κατοίκους της.

Μια επίσκεψη όμως στο Μουσείο MUSA, στο κέντρο της πόλης, θα αποκαλύψει μια άλλη πραγματικότητα. Μια άλλη πόλη, έναν άλλο κόσμο. Πρόκειται για την έκθεση με τίτλο Das Rote Wien (Η Κόκκινη Βιέννη) 1919 -1934  που θα είναι ανοιχτή μέρχι τις 19/1/2020.

Μερική άποψη της έκθεσης για την Κόκκινη Βιέννη στο Μουσείο MUSA

 Ως «Κόκκινη Βιέννη»χαρακτηρίζεται η περίοδος όπου στο δημαρχείο της πόλης κυριαρχούσαν οι Σοσιαλιστές. Αυτό συνέβη για πρώτη φορά το 1919, στις πρώτες ελεύθερες δημοτικές εκλογές που πραγματοποιήθηκαν στην Αυστρία. Ήταν η άμεση συνέπεια της κατάρρευσης της Αυστρουγγρικής αυτοκρατορίας μετά το τέλος του φριχτού Α’ Παγκόσμιου Πολέμου.

Η χώρα μαστίζονταν από μια βαθιά κρίση κι οι κάτοικοι ζούσαν στην απόλυτη ένδεια. Η ηγεσία του Δήμου αποφάσισε να πάρει δραστικά μέτρα για τη βελτίωση των άθλιων συνθηκών διαβίωσης των κατώτερων τάξεων. Εφαρμόζοντας μια επαναστατική  φορολογική πολιτική απέναντι στους πλούσιους, άντλησε χρήματα για να αντιμετωπίσει πρώτιστα το οικιστικό πρόβλημα.

Την περίοδο που διήρκεσε η Κόκκινη Βιέννη ορθώθηκαν δεκάδες οικοδομικά συγκροτήματα που περιλάμβαναν 64.000 χιλιάδες διαμερίσματα και στέγασαν 220 χιλιάδες ανθρώπους!

Σχεδιασμένα από ταλαντούχους αρχιτέκτονες  ήταν και παραμένουν, ένα σχεδόν αιώνα μετά, πλήρως λειτουργικά. Ξεχωρίζουν όχι μόνο για την αρχιτεκτονική γραμμή τους αλλά για τους κοινόχρηστους χώρους και τη διακόσμησή τους με ξεχωριστά έργα τέχνης.

Το έργο της σοσιαλιστικής δημοτικής αρχής δεν περιορίστηκε στο στεγαστικό. Ήθελε να δώσει απάντησα στο βασικό ερώτημα των Βιενέζων:«Πως είναι να ζεις σήμερα;» Έτσι λοιπόν η δράση επεκτάθηκε σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής και αφορούσε την καθημερινότητα, την παιδεία, τη διασκέδαση, την υγεία, την άθληση, τη θέση της γυναίκας, το ρόλο της τέχνης και του πολιτισμού κλπ.

Είναι εμφανές ότι όλες αυτές οι δράσεις ήταν άμεσα επηρεασμένες από τη Σοβιετική Ένωση που μετά την πετυχημένη επανάσταση του 1917 προσπαθούσε να οικοδομήσει μια σοσιαλιστική κοινωνία.

Η έκθεση στο MUSE με ντοκουμέντα, φωτογραφίες και μακέτες δίνει μια συνολική εικόνα όλου αυτού του τεράστιου, και εν πολλοίς άγνωστου, έργου που συντελέστηκε στη σχετικά βραχύχρονη περίοδο της Κόκκινης Βιέννης. Τα κινηματογραφικά ντοκουμέντα της εποχής που προβάλονται σε μεγάλες οθόνες μεταφέρουν τον επισκέπτη στην επαναστατική ατμόσφαιρα που επικρατούσε  στην πόλη την εποχή εκείνη.

Αν θέλει όμως κάποιος να έχει μια αισθητηριακή επαφή με αυτή την άλλη Βιέννη, ως συνέχεια κατά κάποιο τρόπο της έκθεσης,  θα πρέπει να επισκεφτεί δυο από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα  αυτής της διαφορετικής Βιέννης:

  1. Το συγκρότημα «Καρλ Μαρξ» (Karl Marx Hof). Το συγκρότημα εργατικών κατοικιών «Καρλ Μάρξ» βρίσκεται στo Εικοστό διαμέρισμα της πόλης και είναι ίσως το πιο εμβληματικό χτίριο της «Κόκκινης Βιέννης». Χτίστηκε μεταξύ 1927 και 1930, διαθέτει 1382 διαμερίσματα και εκτείνεται σε μήκος ενός περίπου χιλιομέτρου!

Το 1934, το συγκρότημα «Καρλ Μαρξ» αποτέλεσε το τελευταίο οχυρό των εξεγερμένων εργατών απέναντι στο στρατό, την αστυνομία και τους φασίστες παραστρατιωτικούς και έδωσαν μια απέλπιδα μάχη. Μια μαρμάρινη πινακίδα πληροφορεί πως 66 οικογένειες από εδώ εξοντώθηκαν στα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου.

  • Το συγκρότημα «Zürcher Hof» στο Δέκατο διαμέρισμα, στην παραδοσιακά εργατική συνοικία της Βιέννης Favoriten.  Χτίστηκε το 1928-1931, καλύπτει ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο. Διαθέτει 223 διαμερίσματα. Ξεχωρίζει ιδιαίτερα το πήλινο γλυπτό πάνω από την κύρια πύλη του συγκροτήματος, η «Ζωοφόρος της εργασίας» του γλύπτη Siegfried Charoux. Στο αριστερό μέρος είναι ο κόσμος των αγροτών και δεξιά ο κόσμος των εργατών που ενώνονται στο κέντρο, εκεί όπου το σφυρί και το δρεπάνι. Σήμερα στη συνοικία Favoriten ζουν πολλοί νέοι μετανάστες.

Η ιστορία της «Κόκκινης Βιέννης» τέλειωσε το 1934. Τη χρονιά εκείνη το αυταρχικό καθεστώς που είχε εγκαθιδρύσει το 1933 ο καγκελάριος Ντόλφους, διέλυσε το κοινοβούλιο. Η σπίθα της εξέγερσης άναψε όταν ήρθε η απόφαση απαγόρευσης του “Συνδέσμου Προστασίας” (Schutzbund), του ένοπλου βραχίονα του Αυστριακού Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Ακολούθησε ένοπλη σύγκρουση που ξεκίνησε από το Λιντς και εξαπλώθηκε στην πρωτεύουσα και σε μια σειρά βιομηχανικά κέντρα της χώρας. Οι εξεγερμένοι εργάτες ηττήθηκαν από τις ενωμένες δυνάμεις του στρατού και των παραστρατιωτικών φασιστικών ομάδων.  Το 1938 η Αυστρία προσαρτήθηκε στη ναζιστική Γερμανία.

ΝΙΚΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ

O Βίκτορ Άντλερ, ηγετική φυσιογνωμία του σοσιαλιστικού κινήματος, στη συνοικία Favoriten το 1903.
Μια πλατεία στην ίδια συνοικία με το όνομά του.

Ο εξ αναγκασμού αριστερόχειρας

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Δημοσιεύτηκε στο https://periodikotrypa.wordpress.com

του Νίκου Θεοδοσίου

Συνέβη ξαφνικά. Όπως άλλωστε όλα τα σημαντικά πράγματα στη ζωή των ανθρώπων.  Στην αρχή το εισέπραξε ως ξάφνιασμα. Ευχάριστο μάλλον. Είχε καταφέρει να ανοίξει τη βρύση του νιπτήρα με το αριστερό χέρι.  Αυτός, ένας δεξιόχειρας! Δεν το θεώρησε όμως κατόρθωμα.

Άρχισε να δίνει σημασία στο γεγονός όταν διαπίστωσε ότι καθημερινές δουλειές που έκανε πάντα με το δεξί, όπως το άνοιγμα της βρύσης που αναφέραμε, το βούρτσισμα των δοντιών, το άνοιγμα της πόρτας ή το άνοιγμα μιας κονσέρβας, παρουσίαζαν τώρα κάποιες δυσκολίες. Με το αριστερό όμως όχι. Κι αυτές μέρα τη μέρα αυξάνονταν.

Έτσι, σταδιακά και χωρίς ιδιαίτερες διαδικασίες, έγινε η μετάβαση των αρμοδιοτήτων  του δεξιού στο αριστερό χέρι. Αλλά όχι χωρίς προβλήματα. Μερικά μάλιστα πολύ σοβαρά. Για παράδειγμα το άνοιγμα του φερμουάρ του παντελονιού. Έχετε προσπαθήσει να το κατεβάσετε με το δεξί χέρι; Παντελώς αδύνατο.

Όταν μια μέρα  βγαίνοντας εκνευρισμένος από τις τουαλέτες, το ανέφερε σαν ένα ενοχλητικό παράδοξο σε ένα συνάδελφο της  κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος, άρχισε να γίνεται θέμα. Γιατί εκείνος δεν κράτησε το στόμα του κλειστό. Και γιατί να το κρατήσει άλλωστε; Όλα πολιτική είναι.

Στην αρχή εισέπραττε από τους συναδέλφους του αστεία του τύπου «ένας αριστερός, τέτοιες δεξιότητες πρέπει να έχει», «εσύ δεν έχεις δεξιότητες αλλά αριστερότητες», ή το βλακώδες «όνομα και πράμα» και το ακόμα χειρότερο «καλά που δεν έγινες αυτό-χειρας». Φυσικά υπήρξαν και πιο χυδαία σχόλια, ιδίως από τους μετακλητούς υπαλλήλους του κόμματος,  αλλά αυτά καλύτερα να μην τα αναφέρουμε.

Όταν το νέο διέρρευσε και στην δεξιά παράταξη, μέσω του γνωστού καφενείου της Βουλής, όπου τίποτα δε μένει κρυφό αφού ο ένας κατασκοπεύει φανερά τον άλλο, το πράγμα άρχισε να χοντραίνει. Γιατί όλοι παρατήρησαν μια γενικότερη αλλαγή στη συμπεριφορά του. Δεν ήταν μόνο ότι τώρα έγραφε μόνο με το αριστερό αλλά άπλωνε και το αριστερό χέρι για χειραψία.

Το γράψιμο δεν ήταν πρόβλημα, πολλοί το κάνουν, αλλά η χειραψία; Μπορεί να θεωρηθεί προσβλητική μια τέτοια χειρονομία. Στην αρχή επικαλέστηκε τραυματισμό της δεξιάς παλάμης,  στη συνέχεια το γνωστό άνοστο επιχείρημα πως χαιρετάει με το χέρι της καρδιάς. Παντελώς ηλίθιο επιχείρημα που φάνηκε πόσο επικίνδυνο ήταν όταν ασυναίσθητα το επανέλαβε χαιρετώντας ένα εκπρόσωπο της άκρας δεξιάς. Κάποιος του το είπε καθαρά, αν το επαναλάμβανε θα έτρωγε διαγραφή!

Αυτή η απλή αλλαγή αρμοδιοτήτων των χεριών, απεδείχθη πολύπλοκη υπόθεση. Τον υποχρέωσε να αλλάξει συνολικά τρόπο ζωής. Για παράδειγμα εγκατέλειψε το αυτοκίνητο. Αυτό το αυτοκίνητο που παρέχει δωρεάν το ελληνικό κράτος σε κάθε βουλευτή. Κυκλοφορούσε πλέον με ταξί και συχνά με τα μέσα μαζικής μεταφοράς, Ο λόγος απλός, δεν μπορούσε να αλλάζει ταχύτητες με το δεξί. Ούτε να βάζει χειρόφρενο. Όλοι θεώρησαν αυτή την ενέργεια ως μια αυθεντικά αριστερή πράξη. Επιστροφή στις ρίζες, είπαν κάποιοι. Πολλοί την επικρότησαν και άλλοι όχι, για ευνόητους λόγους.

Το πρόβλημα όμως δεν περιορίστηκε στο χέρι. Επεκτάθηκε και σε άλλα σημεία του σώματος. Για παράδειγμα ήταν πλέον αδύνατο να διαβάσει εφημερίδες καθώς θα έπρεπε να κινεί το βλέμμα από τα αριστερά προς τα δεξιά. Δηλαδή δεξιές εφημερίδες δεν μπορείς να διαβάσεις τώρα, τον ρώτησε ένας συνάδελφος από τη Θεσσαλονίκη, γνωστός για τα κρύα αστεία που ανέβαζε καθημερινά στο τουίτερ. Και έσκασε σε τρανταχτά γέλια.

Άρχισε συνολικά να «γέρνει» προς τα αριστερά γιατί πάνω απ όλα έπρεπε να σκέφτεται αριστερά προκειμένου να μην αντιμετωπίζει πρακτικά προβλήματα.  Να δούμε τώρα τι στάση θα κρατήσει στο νομοσχέδιο για τη δημιουργία νέων φυλακών που υποστηρίζει το κόμμα, είπε ένας κακεντρεχής συνάδελφος.  Ανοησίες, του απάντησε ο άλλος. Αν είναι κρατικές, θα ψηφίσει ναι, αν είναι ιδιωτικές θα ψηφίσει όχι. Γιατί δυσκολεύεις τα πράγματα;

Μιαν άλλη αλλαγή στη συμπεριφορά του, ίσως την πιο σημαντική, την παρατήρησε πρώτος ο πρόεδρος της βουλής. Πιθανόν γιατί αυτός έχει μια γενική θεώρηση της αίθουσας του κοινοβουλίου αλλά και την πραγματική αίσθηση του «αριστερά» και «δεξιά». Γι αυτόν στο δεξί του χέρι είναι οι δεξιοί, στο αριστερό οι αριστεροί και ευθεία μπροστά οι κεντρώοι. Για τους βουλευτές στα έδρανα η εικόνα είναι ανεστραμμένη. Για παράδειγμα αν μπεις στην αίθουσα από την πόρτα του βάθους και σε ρωτήσει ο νεοπροσληφθείς υπάλληλος, που πάτε κύριε, θα πεις δεξιά. Εσύ ένας αριστερός!

Βέβαια ο πρόεδρος της Βουλής το είπε χαριτολογώντας. Συνάδελφε, του είπε μια μέρα που ζήταγε επίμονα το λόγο επί προσωπικού, μας μπερδεύετε. Αλλάζετε συνέχεια θέσεις. Ξεκινήσατε από την άκρη αριστερά της αιθούσης και όλο προς τα δεξιά έδρανα πηγαίνετε. Αν συνεχίσετε  τοιουτοτρόπως θα υποχρεωθούν οι συνάδελφοι του Κέντρου να σας παραχωρήσουν μιαν θέσιν. Όσοι ήξεραν το πρόβλημά του γέλασαν. Για την κεντροαριστερά εργαζόμαστε σύντροφοι, πέταξε από το βάθος ένας βουλευτής του Κέντρου. Ήταν ένας σαφής υπαινιγμός για την πολιτική προσέγγισης του λεγόμενου κεντρώου χώρου που επιδίωκε τώρα τελευταία η αριστερά. Όχι η άκρα αριστερά, να το ξεκαθαρίσουμε. Αυτή είχε άλλα προβλήματα.

Το κόμμα τότε άρχισε να βλέπει πιο σοβαρά την περίπτωσή του. Τα αστεία κόπηκαν μαχαίρι. Της έδωσαν ιδεολογικό περιεχόμενο.  Μια προσέγγιση στο κέντρο δεν γίνεται αναγκαστικά με μια δεξιά στροφή στην πολιτική, όπως τους κατηγορούσαν οι ακραίοι, αλλά με μια αριστερή. Το θέμα, σε κάθε περίπτωση, είναι από ποια μεριά το βλέπεις. Άρα, καθαρά υποκειμενικό. Δεν μπαίνει στα στερεότυπα που παρελθόντος και τις δογματικές οριοθετήσεις. Τέλος στην παλιά ιδεολογία. Χρειάζεται μια νέα προσέγγιση  της πραγματικότητας. Πιο διαλλακτική (όχι διαλεκτική)!

Ο βουλευτής μας ένοιωσε να ανεβαίνουν οι κομματικές μετοχές του. Έπαψε να έχει ενοχές με την αριστερόφρονη συμπεριφορά του. Άρχισε να συμπεριφέρεται ως καθηγητής πανεπιστημίου, αυτός ένας απλός διδάσκαλος στον πρότερο της πολιτικής βίο του. Υπήρξε κάποιος που πρότεινε πως έπρεπε να τον ορίσουν υπεύθυνο στη σχολή κομματικών στελεχών. Θα μπορούσε με πειθώ να διδάξει τους μαθητές πως μπορείς να πηγαίνεις αριστερά στρεφόμενος προς τα δεξιά! Αυτή είναι η ουσία της διαλεκτικής, έλεγε, κι ο αγαπητός συνάδελφος το φωτεινό παράδειγμα. Οι περισσότεροι συμφωνούσαν.

Μια μειοψηφία του κόμματος όμως αντέδρασε. Εντός του κόμματος αρχικά. Δεν μπορεί μια κλινική περίπτωση, έλεγαν, να αποτελέσει οδηγό για τον θεωρητικό και κατ’ επέκταση πολιτικό προσανατολισμό (ή αποπροσανατολισμό) του κόμματος. Στο επιχείρημα των άλλων πως εδώ δεν έχουμε μια νέα θεωρία αλλά πως απλά η θεωρία επιβεβαιώνεται από τη φύση, απαντούσαν πως κανονικά θα πρέπει να συμβαίνει το αντίθετο. Είμαστε υλιστές ή ιδεαλιστές, ρωτούσαν. Η πράξη γεννά τις ιδέες ή το αντίστροφο; Ξεπερασμένο ερώτημα, απαντούσαν οι άλλοι, μην μας γυρίζετε πίσω στον καιρό του Μαρξ. Βρισκόμαστε στον 21ο αιώνα, πάρτε το χαμπάρι.

Βέβαια αυτή είναι μόνο μια σχηματική, άρα ελλιπής, παρουσίαση της συζήτησης που διεξήχθη και ενίοτε  σε πολύ υψηλούς τόνους. Άλλωστε είναι αδύνατον να καταγράψει κανείς, έστω κι αν κρατάει λεπτομερείς σημειώσεις, τα επιχειρήματα των δυο πλευρών που η καθεμία χρησιμοποιούσε μόνο το ένα μέρος του εγκεφάλου. Οι μεν το αριστερό, οι δε το δεξιό. Ποτέ και τα δυο. Δεν υπήρχε καμία πιθανότητα προσέγγισης.

Εκεί που έγινε ο κακός χαμός ήταν όταν ο βουλευτής, που αποτέλεσε την αφορμή της ιδεολογικής σύγκρουσης, άρχισε και πάλι να χρησιμοποιεί το δεξί του χέρι. Αναγκαστικά, γιατί το αριστερό αχρηστεύτηκε από ένα μεγάλο έγκαυμα. Άλλοι λέγανε από τα κάρβουνα της ψησταριάς που έψηνε χοιρινές μπριζόλες το σαββατοκύριακο. Άλλοι όταν άπλωσε το αριστερό χέρι για να προστατέψει το πρόσωπό του από μια δεξιά χειροβομβίδα κρότου λάμψης στη διαδήλωση προχτές.