«Εγώ, ο Χλεμπόνιας κι ο Σκούληκας»

poster

«Εγώ, ο Χλεμπόνιας κι ο Σκούληκας»

Ντοκιμαντέρ, 2016

Διάρκεια 20’

Έρευνα, σκηνοθεσία, ΝΙΚΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ

Κάμερα ΝΙΚΟΣ ΛΟΥΒΡΗΣ

Μοντάζ, ήχος, ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΡΜΟΥΖΑΣ

Παραγωγή ΝΕΑΝΙΚΟ ΠΛΑΝΟ

Σύνοψη

Περιστέρι, δεκαετία του ‘50. Ο Εμφύλιος έχει τελειώσει κι οι άνθρωποι αναζητούν τη φυγή στο όνειρο.  Τα πιτσιρίκια στήνουν προβολές με πρωτόγονα μέσα στους χωματόδρομους, δίνουν μάχες για να μπουν στις ακατάλληλες ταινίες κι όταν έρχεται η αστυνομία να γκρεμίσει ένα αυθαίρετο κινηματογράφο, γίνεται λαϊκή εξέγερση.

Trailer

Πρώτη προβολή

Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, 20 Σεπτεμβρίου 2016

kotinos black

Αφηγήσεις από την ταινία

Σωτήρης Ζαρταμόπουλος (οικοδόμος)

«Ο κινηματογράφος τότε ήταν η κουλτούρα των ανθρώπων,
Ήτανε το μόνο μέσο διασκέδασης
Ήταν η συνέχεια της οικογένειας, του καφενείου, των φίλων, του ποδοσφαίρου
Ήταν μεγάλο λάθος γι αυτούς , δεν το εκτίμησαν σωστά.
Δεν υπολόγισαν ότι θα υπάρξει τέτοια αντίσταση.
Υπολόγισαν ότι θα γινόταν το ίδιο με το γκρέμισμα των σπιτιών
Που υπήρχε μόνο η αντίσταση της γειτονιάς, 5-6 άτομα
Τους απωθούσαν, τους χτυπούσαν και τέλειωνε εκεί η ιστορία.
Ενώ με τον κινηματογράφο έγινε παλλαϊκός ξεσηκωμός.
Κι εγώ ήμουνα μέσα σε αυτούς που χτυπήσαμε τις καμπάνες της εκκλησίας.
Και ξεσηκώθηκε ο κόσμος. Όλοι βγήκαν έξω.
Και να σκεφτείς τότε ότι όλοι αυτοί που συμμετείχαν ήταν οικοδόμοι. Τα χέρια τους ήταν σαν τσάπα. Σου έδινε σφαλιάρα και …
Που να τα βάλουν οι χωροφύλακες με τους οικοδόμους. Χρησιμοποιούσαν τα γκλομπ και ήταν πολύ βίαιοι αλλά βρήκαν τον μπελά τους. Φάγανε πολύ ξύλο οι χωροφύλακες.»

Τάκης Πανταβός (ράφτης)

«Στον κινηματογράφο ΦΟΙΒΟ
Η πρώτη ταινία που είδα σαν παιδί ήταν με τον Ντικ Φοράν. Ένα καουμπόικο, ασπρόμαυρο.
Ήμουνα δέκα χρόνων…
Μου άρεσε πολύ ο σινεμάς εμένα
Απέναντι από τα σκαλιά έβλεπα την οθόνη
Είχε κάτι σταυρωτά κάγκελα με ξυλάκια, όπως φαίνονται στη φωτογραφία, και εμπόδιζε να βλέπουμε το έργο.
Αλλά τη μισή οθόνη και πάνω τη βλέπαμε. Τους υποτίτλους δεν βλέπαμε…
Μας έδινε ο πατέρας μας κανένα χαρτζιλίκι κάθε Κυριακή και μπαίναμε μέσα.
Μετά ανακαλύψαμε ότι πρέπει να μοιράζουμε προγράμματα να μας βάζει ο κυρ Παντελής Παπάζογλου (ο ιδιοκτήτης) τσάμπα.
Και μοιράζαμε τα προγράμματα
Εγώ μοίραζα από τον Φοίβο και πάνω
Από τον Φοίβο και κάτω ήταν όλοι γνωστοί του πατέρα μου. Και τους φαινόταν κακό να μοιράζω προγράμματα.
Για να μην με δει ο πατέρας μου και φάω ξύλο, εγώ είπα του Κυρ Παντελή, θα πάω από δω μέχρι Θεμιστοκλέους
Και πήγαινα από το Φοίβο μέχρι Θεμιστοκλέους
Όταν ήταν ακατάλληλο το έργο δεν μας έβαζε
Αλλά τα περισσότερα έργα ήταν κατάλληλα. Το μήνα μια φορά και ούτε, ήταν ακατάλληλο.
Εντάξει, μας την έφερνε αλλά του τη φέρναμε και μείς.
Ήμουνα εγώ, ο Χλεμπόνιας κι ο Σκούληκας. Και πηγαίναμε πίσω από τη σκηνή που ήταν με ξύλα. Εκεί πάνω ήταν το πανί κι απ τις χαραμάδες βλέπαμε.
Αλλά οι άλλοι που ήταν πολύ δραστήριοι και δεν σήκωναν μύγα στο σπαθί τους Βουτάγανε τις πέτρες και μπαμ πάνω στα σανίδια κι αυτό ενοχλούσε τους θεατές.
Κι ερχόταν ο κυρ Παντελής με κάτι άλλους και τους κυνηγάγανε.»